Κατασκευή συναίνεσης στον σύγχρονο, εξευγενισμένο πλέον, Ελληνικό φασισμό (Μέρος Γ’)

Κατασκευή συναίνεσης στον σύγχρονο, εξευγενισμένο πλέον, Ελληνικό φασισμό (Μέρος Γ')

Ο φασισμός σήμερα επιβάλλεται με θετική ενέργεια και εθελοντισμό, οι σβάστικες είναι last year.

Κλικ εδώ για το 1ο μέρος.

Κλικ εδώ για το 2ο μέρος.

Από την στιγμή που ορίσεις τον στυγνό πυρήνα του φασισμού ως απλά την επιβολή μιας οικονομικής δικτατορίας των λίγων εις βάρος των πολλών, και τον απομονώσεις από τις όποιες φορμαλιστικές μεθόδους εφαρμόζει, είτε αυτές είναι σβάστικες, είτε είναι ο ψυχαναγκασμός στην κοσμιότητα απέναντι στην τυραννία, μπορεί κανείς να διακρίνει όχι μόνο την προφανή ενοχή εκείνων που κινούν τα οικονομικά και κεφαλαιοκρατικά νήματα της εκάστοτε κοινωνίας που διολισθαίνει στον φασισμό, αλλά και τους πολλούς τρόπους με τους οποίους αρκετοί που δεν ανήκουν στην άρχουσα τάξη συνεργάζονται επικερδώς με αυτήν προκειμένου να κατασκευαστεί η συναίνεση της πλειοψηφίας στον ολοκληρωτισμό.

Πέρα από την εμπροσθοφυλακή, τα σώματα ‘ασφαλείας΄ δηλαδή, των οποίων ο ρόλος είναι απλά η στυγνή βία εναντίον όποιου τολμάει να δράσει έμπρακτα ενάντια στο φασιστικό καθεστώς, ακολουθούν οι συνεργάτες, υποστηρικτές και εν τέλει καθημερινοί εκτελεστές του φασιστικού σχεδίου που κυρίως δραστηριοποιούνται στην προπαγάνδα αποπροσανατολισμού, ωραιοποίησης της κατάστασης, κατασκευής εικονικής κανονικότητας ή περαιτέρω εκφοβισμού του πληθυσμού, μέσω πιο εκλεπτυσμένων φόβητρων από τους μετανάστες, όπως η πτώχευση ή ο αποκλεισμός από την «ευρωπαϊκή οικογένεια».

Επειδή όμως η πλειοψηφία δεν συμμετέχει σε διαδηλώσεις, καταλήψεις ή όποιας άλλης μορφής έμπρακτη αντίσταση, και άρα δεν μπορεί να συνετιστεί άμεσα από τα ΜΑΤ, πρέπει με κάποιον τρόπο να επιβραβευτεί η επιζητούμενη αδράνεια της αλλά και να προληφθούν οποιεσδήποτε πιθανές αφυπνίσεις της συνείδησης της και της αντίστοιχης πολιτικής της οργάνωσης.

Έτσι, η απάθεια των πολλών καταξιώνεται μέσα από ένα σύστημα ύπουλης ενοχοποίησης της οποιασδήποτε δυσφορίας μπορεί να αισθάνονται απέναντι στην αδικία, την κοροϊδία και την εκμετάλλευση τους, κυρίως μέσω της παθολογικοποίησης της κριτικής σκέψης, η οποία πάντα παρουσιάζεται ως ύποπτη και αναλύεται ως πνευματική νόσος από τα Μ.Μ.Ε. και τους ψευδο-ειδήμονες αυτών.

Η διαφωνία, η αμφισβήτηση, η οργή ποινικοποιούνται a priori ως συμπτώματα κατάθλιψης, ενδείξεις αρνητικότητας, και εμμονής στην μιζέρια. Οι αιτίες της διαμαρτυρίας για την περιβάλλουσα κατάσταση επανακατευθύνονται ως μπούμεραγκ στον διαμαρτυρόμενο, ο οποίος συμβουλεύεται πως οφείλει να ασχοληθεί πρωτίστως με τον εαυτό του και κατόπιν με το περιβάλλον, που ούτως ή άλλως παρουσιάζεται μοιρολατρικά ως δεδομένο.

Διαρκώς υπενθυμίζεται προς το διαμαρτυρόμενο άτομο ότι αδυνατεί να επηρεάσει τα πράγματα, μιας και αυτά ξεπερνάνε κατά πολύ τις δυνάμεις του, τα μεγάλα συμφέροντα είναι έξω από την ακτίνα δράσης του, «είναι άπιαστο το αόρατο χέρι των αγορών», «έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα μείνουν», άρα, για να ανακουφιστεί κανείς από τον αφόρητο πόνο της δημόσιας του ματαίωσης ως πολίτης, το μόνο που του απομένει είναι η αναζήτηση της προσωπικής του ευτυχίας.

Αυτή η εξατομικευμένη ευτυχία δεν είναι παρά η παλιά γνώριμη ιδιωτεία, πάνω στην οποία χτίζονται ολόκληρες βιομηχανίες που υπόσχονται πνευματική, ψυχική και σωματική νιρβάνα μέσα από συνεχή ενασχόληση με την ψυχολογία, την γυμναστική ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο «αυτοβελτίωσης, αυτοπραγμάτωσης, αυτοπεποίθησης». Μερικές από αυτές τις βιομηχανίες επιβράβευσης της ιδιωτείας, σε μια αριστοτεχνικά ακραία επίδειξη κυνισμού, προάγουν την εθελοδουλία, βαφτίζοντας την ως εθελοντισμό, και διαχειρίζονται τις καλές προθέσεις αφελών ώστε να στήνονται ολόκληρες παραστάσεις με θέμα την αλληλεγγύη ή την κοινωνική συμμετοχή, ενώ δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για συλλογικές εκδρομές στην χώρα της προπαγάνδας των πρόθυμων αργόσχολων, εκείνου του είδους του ανθρώπου που δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι ένδειξη αναισθησίας σε επίπεδο προκλητικού σαρκασμού το να μπογιατίζει κανείς σκάλες σε χρώματα ουράνιου τόξου ή να δίνει φιλοσοφικές διαλέξεις δίπλα από στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ακρογωνιαίος λίθος όλης αυτής της νοηματικής δομής που στηρίζει την στρεψόδικη και απο-πολιτικοποιητική προπαγάνδα που επιτάσσει το να «αλλάξεις πρώτα τον εαυτό σου, αν θες να αλλάξει ο κόσμος» είναι το Χριστιανικό διαχειριστικό τέχνασμα του προπατορικού αμαρτήματος, δηλαδή του αξιώματος της δεδομένης και κληρονομικής ενοχής που πάντα θα διώκει τον άνθρωπο αλλά συνεπακόλουθα και της ταυτόχρονης εκβιαστικής υπόσχεσης περί σωτηρίας της ψυχής του, που κερδίζεται αρκεί βέβαια να υπακούει όποιος «θέλει αν σωθεί» στις επιταγές της όποιας θρησκείας, και συνεκδοχικά, να εξυπηρετεί και μην αμφισβητεί τα όποια κοινωνικά θέσφατα στηρίζονται από τα εκάστοτε δόγματα.

Απασχολημένος λοιπόν καθώς είναι να «τελειοποιεί», να «θεραπεύει» και να «αγαπά» τον εαυτό του, ο μέσος τηλεθεατής και καταναλωτής μαζικής κουλτούρας αποθαρρύνεται από το να δράσει εναντίον των συνθηκών, θεσμών και κυρίως των προσώπων εκείνων που τον εξαθλιώνουν ως μέλος ενός κοινωνικού συνόλου που υποφέρει από τις κυνικές αποφάσεις και την αδικία εκείνων που του επιβάλλονται διά της βίας.

Είναι άπειρες οι διαβαθμίσεις και οι εκδοχές της πλύσης εγκεφάλου που καθοδηγούν τις συνειδήσεις της πλειοψηφίας προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση εκτός από την αναζήτηση ενόχων και της απονομής δικαιοσύνης εναντίον του φασιστικού καθεστώτος.

Στην διάδοση των τεχνικών μαζικού αποπροσανατολισμού και συλλογικού κατευνασμού, εκτός από τους συνήθεις ύποπτους δημοσιογράφους, συμμετέχουν κυρίες και κύριοι υπεράνω πάσης υποψίας.

Καλλιτέχνες παρουσιάζουν τις δουλειές τους δίπλα από στρατόπεδα συγκέντρωσης, συγγραφείς δίνουν συνεντεύξεις όπου δηλώνουν ευθαρσώς πως «κοιτάν τον άντρα τους και την δουλειά τους» και άρα δεν επηρεάζονται από την εξαθλιωμένη πραγματικότητα μιας περιβάλλουσας πολιτείας υπό παραστρατιωτική κατοχή.

Ακτιβιστές αγωνίζονται σκληρά για την κάθαρση των πεζοδρομίων από τις τσίχλες και την εικαστική βελτίωση των νεραντζιών διά της ένδυσης τους με πολύχρωμα μοχέρ πουλόβερ αλλά δεν μοιάζουν ενοχλούνται ιδιαίτερα από τους άστεγους και τους εξαθλιωμένους που παρακολουθούν εμβρόντητοι τον εθελοντικό τους σολιψισμό.

ΜΚΟ ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα πρόθυμα θρηνώντας την μοίρα των μεταναστών στην μέγκενη της ΕΛΑΣ αλλά ποτέ κατονομάζοντας εκείνους που κερδίζουν από την εκμετάλλευση αυτής της μοίρας – τα παραδείγματα εκούσιων ή ακούσιων προπαγανδιστών είναι άπειρα και πληθύνονται μέρα με τη μέρα, αφού η βιομηχανία παραγωγής συναίνεσης με τον φασισμό είναι και η μόνη που προσλαμβάνει εργατικό δυναμικό σε μια διαλυμένη οικονομία.

Ταυτόχρονα με την εμπροσθοφυλακή του αποπροσανατολισμού που αφορά στα ΜΜΕ, στα δημόσια πρόσωπα και στους μη κυβερνητικούς πλην κρατικοδίαιτους οργανισμούς, στα μετόπισθεν αναπτύσσεται εκστρατεία υποκειμενοποίησης του φασισμού, δηλαδή παρουσίασης του φασιστικού φαινομένου ως κάτι που υφίσταται μόνο αν κάποιος έχει στοχευμένη οπτική γωνία και όχι ως ένα αναντίρρητο γεγονός που πραγματώνεται με αναντίρρητους τρόπους, όπως οι φαύλες νομοθεσίες, αντεργατικές πολιτικές, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η αστυνομική βία, η παραπληροφόρηση κλπ.

Η προσπάθεια απαξίωσης της αντιφασιστικής συνείδησης, που οφείλει να ορίζεται ως η παρατήρηση και η καταγγελία ενός εγκλήματος της ολιγαρχίας σε βάρος των πολλών και ποτέ ως η αυθαίρετη ερμηνεία μιας πραγματικότητας που πιθανόν επιδέχεται και άλλες αναγνώσεις, και η ένταξη αυτής της καταγγελίας στην γκάμα της υποκειμενικής άποψης ολοκληρώνεται με την εκτεταμένη αντιμετώπιση των πολιτών σαν να ήταν ανεύθυνα παιδιά που οφείλουν να δώσουν εξηγήσεις για τις απαιτήσεις από τους γονείς τους και όχι ενήλικοι άνθρωποι με συγκεκριμένα συνταγματικά δικαιώματα.

Η εκστρατεία ψυχαναγκασμού του πολίτη σε μια παλιμπαιδιστική καθήλωση εκτυλίσσεται σε σεμινάρια αυτοβοήθειας, σε οργανισμούς εθελοντικής δράσης, σε ομιλίες καλοθελητών, σε συνέδρια με στόχο τον «εξωραϊσμό» και την «ανάπτυξη», σε εκπομπές πολιτικού διαλόγου, σε προεκλογικές συγκεντρώσεις. Σε όλες αυτές τις ελεγχόμενες ζώνες δημόσιου διαλόγου διαρκώς προσηλυτίζονται οι αφελείς στην πρέπουσα συμπεριφορά, στο καθώς πρέπει λεξιλόγιο, στην τιθάσευση και στον εξευγενισμό των διεκδικήσεων και του απαιτήσεων τους, αφού η κεντρική ιδέα που διέπει την ιδεολογία των εκπρόσωπων του καθεστώτος είναι πως ο καθένας μπορεί να έχει όποια άποψη θέλει περί πολιτικής ή κοινωνίας, αρκεί η άποψη αυτή να εκφράζεται με την ευγένεια και τον σεβασμό ανήλικων παιδιών που ζητάνε κάποια χάρη από τους αυστηρούς γονείς τους και όχι την αποφασιστικότητα πολιτών που διεκδικούν το δίκιο τους απέναντι σε εχθρικά καθεστώτα που τους εξαθλιώνουν προς κέρδος των ελάχιστων.

Σύμφωνα λοιπόν με την κυριαρχική ιδεολογία, η σύγκρουση, ο πόλεμος, η ρήξη, η βία είναι προνόμια μόνο των πλούσιων και ισχυρών, και επιτρέπονται ως μέθοδοι εκείνων που προστατεύουν την ελίτ επί πληρωμή. Οι υπόλοιποι, οι «απλοί» πολίτες, έχουν ως μοναδικές τακτικές υπεράσπισης μια επιλογή από νοοτροπίες και συμπεριφορές όπως η καλή θέληση, η θετική ενέργεια, η κόσμια συμπεριφορά, η καλοπροαίρετη διάθεση, ο διάλογος με ορθολογικά και ψύχραιμα επιχειρήματα, εν γένει έχουν στην διάθεση τους μόνο οποιονδήποτε τρόπο αγώνα που αφ’ εαυτού είναι ανίκανος να ενοχλήσει, να διαταράξει, να ανατρέψει ένα καθεστώς, πόσο μάλλον ένα καθεστώς φασιστικό που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για οτιδήποτε άλλο πέρα από την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων μιας ελάχιστης μειοψηφίας, υπεράσπιση που εξασφαλίζεται ούτως ή άλλως απλά με την πρόσληψη ιδιωτικών στρατών, η επαπειλούμενη επέμβαση των οποίων σαφώς και καθιστά εθιμοτυπικό και άνευ ουσίας τον οποιονδήποτε διάλογο μεταξύ διεφθαρμένης εξουσίας και υπηκόων.

Ανακεφαλαιώνοντας, είναι σαφές πως σήμερα ο φασισμός έχει πλέον ωριμάσει όσον αφορά την επικοινωνιακή του αισθητική και λόγο και σπανίως καταφεύγει σε επίδειξη δύναμης και γραφικότητας ανάλογης εκείνης της στρατιωτικοποιημένης αστυνομίας του Δένδια ή των ταγμάτων θανάτου της Χρυσής Αυγής.

Αναζητείστε την σύγχρονη αισθητική εκδοχή της φασιστικής προπαγάνδας υπέρ της όζουσας Ελληνικής ολιγαρχίας στα χαμόγελα και στις χειραψίες που ανταλλάσσονται σε συνέδρια, σε ανακοινώσεις ίδρυσης κομμάτων από τηλεπαρουσιαστές, σε καθώς πρέπει εκπομπές, σε εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, σε σεμινάρια, σε ομιλίες ευγενείς, καλλιεπείς, σεβαστικές, οπουδήποτε δηλαδή, απλά παρατηρώντας αν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από οποιοδήποτε θέμα εκτός του φασισμού που επικρατεί και ανοιχτά πλέον διαπραγματεύεται με την κυβέρνηση.

Καταληκτικά, ο φασισμός σήμερα υποδύεται εκείνον που θέλει να βοηθήσει, είναι ανοιχτός σε διάλογο, αποσκοπεί στην δημιουργία, χτίζει προοπτικές, υπόσχεται τάξη και ασφάλεια, ανταποκρίνεται στην ολοένα και επεκτεινόμενη κρίση, αλλά κυρίως μας υπενθυμίζει να είμαστε καλά παιδιά, αλλιώς δεν έχει παγωτό, και καλά παιδιά είμαστε από την στιγμή που δεν αγγίζουμε εκείνους που δημιούργησαν την ανάγκη για την βοήθεια που μας προσφέρουν.

Πηγή:
Το Κουτί της Πανδώρας

Ramnousia

Advertisements

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: