Χτίζουν μια σύγχρονη Σπιναλόγκα

«Ηδη κατάφεραν να μας χωρίσουν. Ενα Κολωνάκι κάτω και μια Δραπετσώνα πάνω». Στα λόγια ενός παλιού κατοίκου της Πλάκας, του χωριού που στέκει απέναντι από τη Σπιναλόγκα, συμπυκνώνεται με εξαιρετική ενάργεια η πραγματικότητα μιας «άλλου τύπου» Σπιναλόγκας που χτίζεται στο άλλοτε φτωχικό ψαροχώρι και νυν τουριστικό θέρετρο.

Ο διαχωρισμός και η «τάξη», που αυτός καθορίζει, δεν γίνονται πλέον με βάση την αρρώστεια: στη Σπιναλόγκα οι χανσενικοί, στην απέναντι μεριά της θάλασσας οι υγιείς. Η Σπιναλόγκα είναι πλέον άδεια από κατοίκους, αλλά στην απέναντι μεριά της θάλασσας, στην Πλάκα, με φόντο το νησί που εξακολουθεί να θυμίζει τι σημαίνει «τάξη», χτίζεται ένας άλλος κοινωνικός διαχωρισμός: από τη μια όσοι αντιστέκονται στο άγριο πλιάτσικο σε βάρος του περιβάλλοντος και της παράδοσης του τόπου και από την άλλοι εκείνοι που πρωταγωνιστούν στο πλιάτσικο. Μεγαλοκεφαλαιούχοι, με τους «μπροστινούς» τους και τους άθλιους «υπεργολάβους» τους και με τους τοπικούς «άρχοντες» σε ρόλους «γλάστρας». Οι πρώτοι στριμώχνονται στη γωνία, πιέζονται, αποστερούνται του δημόσιου χώρου που οι πρόγονοί τους και οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει, ώστε ν’ αναγκαστούν να εξοβελιστούν από τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Η νέα «τάξη», η νέα Σπιναλόγκα, μετατρέπει την ιστορική μνήμη σε τουριστική ατραξιόν, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος σε πηγή άντλησης κέρδους, τους ανθρώπους σε υπηρέτες μιας «ανάπτυξης», η οποία υποθηκεύει το μέλλον του τόπου και των κατοίκων του. Το μόνο που λείπει μέχρι στιγμής είναι ο χωροφύλακας που στα χρόνια του λεπροκομείου επέβαλε την «τάξη» του διαχωρισμού. Ποιος ξέρει, όμως, μπορεί ο χωροφύλακας να κάνει την εμφάνισή του και για την εξασφάλιση της νέας «τάξης», αν ο εκμαυλισμός συνειδήσεων, η εξαγορά, οι διοικητικοί εκβιασμοί, το επιχειρηματικό παιχνίδι δεν καταφέρουν να κάνουν τη δουλειά τους.

Η Πλάκα δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν είναι μοναδικό φαινόμενο. Είναι ο κανόνας για όλες τις περιοχές της χώρας, στις οποίες υπάρχει τουριστικό «ενδιαφέρον». Η έρευνα που θα διαβάσετε στη συνέχεια εστιάζει στην Πλάκα και ανασκαλεύει λεπτομέρειες, συχνά «γαργαλιστικές», για να μιλήσει για τη νέα «τάξη» που δημιουργούν οι πλιατσικολόγοι της τουριστικής «ανάπτυξης» και οι πολιτικοί τους υπηρέτες. Είμαστε σίγουροι, ότι στη θέση της Πλάκας βρίσκονται δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) χωριά της Ελλάδας. Γι’ αυτό και προσπαθήσουμε να κάνουμε κάποιες γενικεύσεις, όπου αυτό ήταν δυνατό. Περισσότερες γενικεύσεις, με βάση τις δικές του εμπειρίες και τη δική του γνώση, μπορεί να κάνει ο αναγνώστης, την κρίση του οποίου εμπιστευόμαστε.

Ευχαριστούμε τους ανθρώπους που βοήθησαν στο να γίνει αυτή η έρευνα και ελπίζουμε να βοηθήσει, έστω και ελάχιστα, τον αγώνα τους.

«Η Τάξη»

Aν πεις σ’ ένα μορφωμένο ευρωπαίο, ιδιαίτερα Γάλλο, τη λέξη «Σπιναλόγκα», θα σου απαντήσει αμέσως «Ρεμουντάκης». Είναι σαν ν’ ανταλλάσσεις μαζί του σύνθημα-παρασύνθημα, όπως ο σκοπός και ο εφοδεύων στις στρατιωτικές μονάδες. Οι μορφωμένοι ευρωπαίοι έμαθαν για τη Σπιναλόγκα από το εκπληκτικό κινηματογραφικό δοκίμιο «Η Τάξη» (L’ Ordre), που γύρισε ο Ζαν-Ντανιέλ Πολέ το 1973. Ενα δοκίμιο που δεν φωτογράφισε την επιφάνεια για να πουλήσει εισιτήρια, αλλά έσκαψε σε βάθος και αναζήτησε την ουσία. Ενα σκληρό κινηματογραφικό αφήγημα, στο οποίο κυριαρχεί ο χειμαρρώδης καταγγελτικός λόγος του πρώην έγκλειστου της Σπιναλόγκας Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη.

Η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν γνωρίζει την ταινία του Πολέ. Ούτε έχει διαβάσει το «Σπιναλόγκα – ad vitam» που έγραψε ο Θέμος Κορνάρος το 1933 και κατασχέθηκε από την εισαγγελία αμέσως μόλις κυκλοφόρησε, ενώ στη συνέχεια ήταν ανάμεσα στα βιβλία που κάηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά. Βλέπετε, και ο Πολέ και ο Κορνάρος μίλησαν τη γλώσσα της αλήθειας, ο καθένας με τα δικά του μέσα τέχνης. Δεν στρογγύλεψαν το λόγο τους, δεν λείαναν γωνίες, δεν ωραιοποίησαν καταστάσεις, δεν έντυσαν με ρομαντισμό τη βαρβαρότητα, δεν προσπάθησαν να εξάψουν φτηνά συναισθήματα για να «πουλήσουν».

Γράφει ο Κορνάρος για εκείνους που επισκέφτηκαν τη Σπιναλόγκα και υποτίθεται ότι ασχολήθηκαν με το θέμα: «Κείνο που παρατηρήσαμε όλοι, είναι οι πληγές του άρρωστου κορμιού. Τίποτ’ άλλο. Και κείνο που βγήκε απ’ το στόμα τους, απ’ την άκρη των χειλιώ τους, είναι ένα ψεύτικο και σαχλό μοιρολοητό, προορισμένο μόνο ν’ αυξήσει την κυκλοφορία καμμιάς εφημερίδας». Τις ίδιες ακριβώς καταγγελίες κάνει ο χανσενικός Ρεμουντάκης στο ντοκιμαντέρ του Πολέ. Με λόγο πιο σκληρό και απ’ αυτόν του Κορνάρου.

Η πλειοψηφία των Ελλήνων «έμαθε» για τη Σπιναλόγκα είτε διαβάζοντας το ανεκδιήγητο βιβλίο μιας πανέξυπνης εμπόρισσας από τη Γηραιά Αλβιώνα, ειδικευμένης στα εύπεπτα και ευπώλητα (best sellers) αναγνώσματα, είτε βλέποντας την ομώνυμη σαπουνόπερα («Το Νησί»), που έσπασε ταμεία πριν από μερικές τηλεοπτικές σεζόν σε ελληνικό κανάλι. Και η Πλάκα μετατρέπεται πλέον στη σύγχρονη Σπιναλόγκα, στην οποία δεν έχουν θέση όσοι δεν σκύβουν το κεφάλι στους μεγαλέμπορους του τουρισμού, όσοι δεν εντάσσονται ως υπεργολάβοι στη δούλεψή τους. Δεν έχουν θέση ούτε αυτοί, ούτε το νεκροταφείο τους, ούτε το παλιό σχολείο τους, ούτε το αρχονταρίκι της εκκλησιάς τους. Ολα πρέπει να ισοπεδωθούν, για να χτιστούν στις θέσεις τους φαραωνικά τερατουργήματα και κιτσάτοι ναοί του Κερδώου Ερμή.

Δεν έχουμε δει να υπάρχει οδός Θέμου Κορνάρου στον Αγιο Νικόλαο ή στην Ελούντα και δε νομίζουμε πως οι τοπικοί «άρχοντες» κάλεσαν ποτέ τον Ζαν-Ντανιέλ Πολέ για να τον τιμήσουν, μέχρι το 2004 που πέθανε στα 68 του χρόνια. Αντίθετα, η Βικτόρια Χίσλοπ τιμάται ανελλιπώς και απολαμβάνει τον ήλιο στην πισίνα της βιλάρας που έχει χτίσει στην περιοχή, όπως και οι κατασκευαστές της σαπουνόπερας «Το Νησί». O tempora o mores (ω καιροί, ω ήθη) θ’ αναφωνούσε ενδεχομένως ο Ρεμουντάκης (πέθανε το 1978), βλέποντας τις καταγγελίες και τις προειδοποιήσεις του για την αισχρή εκμετάλλευση της ιστορίας της Σπιναλόγκας να επαληθεύονται για μια ακόμη φορά.

Πριν, λοιπόν, προχωρήσετε στην ανάγνωση αυτής της έρευνας, θα σας παρακαλούσαμε να αφιερώσετε τρία τέταρτα της ώρας για να δείτε το «L’ Ordre» του Πολέ, που ευτυχώς υπάρχει στο διαδίκτυο με ελληνικό υποτιτλισμό (το πρώτο μέρος εδώ). Σίγουρα θα δείτε με άλλο μάτι την έρευνα, όπως συνέβη και με τον συντάκτη της, ο οποίος άρχισε να βυθίζεται σ’ αυτή χάρις σ’ ένα καπρίτσιο της τύχης.

Η συνέχεια εδώ:ΚΟΝΤΡΑ

 

Advertisements

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: