Eκτός θέματος

Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/FosPhotos

«Ρατσισμός είναι η αντίληψη που υποστηρίζει την ανωτερότητα μιας φυλής και αποβλέπει στη διατήρηση της «καθαρότητάς» της και στην κυριαρχία της έναντι των υπολοίπων…» «Ο σύγχρονος ρατσισμός δεν περιορίζεται μόνο στις φυλετικές διακρίσεις. Έτσι εκτός από το φυλετικό ρατσισμό υπάρχει…» Άκουγε για τις διάφορες μορφές ρατσισμού ανάμεσα στις υπόλοιπες βαρύγδουπες κοινοτοπίες που είχαν αναπαράγει οι συμμαθητές του στο θέμα της έκθεσης για το ρατσισμό. Η φιλόλογος δεν είχε βαθμολογήσει τη δική του έκθεση. Είχε μόνο σχολιάσει με κόκκινο στυλό: «Εκτός θέματος και μακριά από το ζητούμενο πρότυπο. Μανώλη, για να δώσεις πανελλήνιες και να επιτύχεις, πρέπει να ακολουθείς τα κριτήρια που δίνονται». Της Ματίνας Αναγνωστοπούλου

Τώρα διαβάζονταν στην τάξη οι εκθέσεις που είχαν πάρει τις υψηλότερες βαθμολογίες. Ανάμεσα σε αυτές ήταν, φυσικά, και η έκθεση του απουσιολόγου ο οποίος ανέλυε εμπεριστατωμένα τα αίτια του ρατσισμού. «Η έλλειψη ανθρωπιστικής παιδείας και η πνευματική φτώχεια είναι ένα από τα σημαντικότερα αίτια του φαινομένου αυτού. Από τη στιγμή που τα άτομα δεν διδάσκονται την αξία της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ειρήνης, του σεβασμού είναι εύκολο να παρασυρθούν από ρατσιστικές αντιλήψεις…» Αυτά τα είχε γράψει λίγες μέρες αφότου, στην ερώτηση του χημικού «πώς φτιάχνεται το σαπούνι», είχε ψιθυρίσει στο διπλανό του κρυφοχαχανίζοντας «λιώνοντας Αλβανούς και Πακιστανούς».

Ο Μανώλης είχε επιλέξει στην έκθεση για το ρατσισμό να καταγράψει ένα πραγματικό περιστατικό. Του το είχε διηγηθεί μέσω Skype δυο βδομάδες πριν η αδερφή του που σπούδαζε στην Αθήνα. Σαββατόβραδο πήραν με μια φίλη της το μετρό για να πάνε για ποτό. Μια παρέα τις περίμενε ήδη σε ένα γνωστό στέκι στο Γκάζι. Στη στάση “Αττική” μπήκε μια παρέα εφήβων αγοριών μαζί με μια κοπέλα. Πειράζονταν μεταξύ τους και χασκογελούσαν όταν ξαφνικά σταμάτησαν και στράφηκαν όλοι μαζί προς ένα νεαρό. Είχε μπει κι εκείνος στην ίδια στάση μ’ αυτούς αλλά από άλλη πόρτα του συρμού. Αμέσως όλα τα αγόρια κινήθηκαν προς το μέρος του και τον κύκλωσαν, μόνο η κοπέλα της παρέας έμεινε στη θέση της. Τότε η αδερφή του πρόσεξε ότι οι περισσότεροι από τους νεαρούς φορούσαν μαύρα μπλουζάκια με τα ίδια διακριτικά. Άρχισαν να τον σπρώχνουν, ο ένας μάλιστα του έβγαλε το τζόκεϋ που φορούσε στο κεφάλι. Ο νεαρός προσπαθούσε ψύχραιμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά οι άλλοι συνέχιζαν ακάθεκτοι.

-Αράπη, πίθηκε, υπάνθρωπε. Μας βρωμίζεις τη χώρα. Εδώ είμαστε ελληνορθόδοξοι και πατριώτες. Γύρνα πίσω στη ζούγκλα.

Οι πρώτες γροθιές είχαν υψωθεί σφιγμένες όταν συνέβη κάτι που τις αιφνιδίασε και τις αναχαίτισε. Μια κοπέλα που στεκόταν εκεί κοντά μπήκε ανάμεσα στον έγχρωμο νεαρό και τη μαυροντυμένη παρέα.

-Σταματήστε, σας παρακαλώ. Κόφτε το. Αφήστε τον ήσυχο.

-Ρε κοπελιά, φύγε από τη μέση. Δε σε αφορά. Άντε, μη φας κι εσύ καμία.

Η κοπέλα όμως παρέμενε αμετακίνητη στη θέση της και συνέχισε να φωνάζει. Παρ’ όλη τη φασαρία κανείς μέσα στο βαγόνι δε φάνηκε να ενοχλείται. Σε ένα γεμάτο, λόγω Σαββατόβραδου, συρμό οι φωνές δεν ξένισαν κανέναν. Τη στιγμή που από τα μεγάφωνα του συρμού ανακοινωνόταν ότι το τρένο έφθανε στο “Σταθμό Λαρίσης” ο ένας πλησίασε λίγο περισσότερο και, παραμερίζοντας τη ζωντανή ασπίδα, έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του άλλου αγοριού. Τότε η κοπέλα της παρέας με τα μαύρα ρούχα και τα αρχαιοελληνικά σύμβολα που τόση ώρα παρακολουθούσε από απόσταση άρχισε να γελά και να φωνάζει: «Μπράβο, ρίξ’ του κι άλλη… κι άλλη…». Ήδη όμως οι πόρτες του τρένου είχαν ανοίξει και η παρέα της έπρεπε να κατέβει. Το φινάλε θα ήταν δικό της. Βγαίνοντας από το βαγόνι και συνεχίζοντας τις βρισιές και τις πατριωτικές ασυναρτησίες μαζί με τους φίλους της, κοντοστάθηκε, πήρε φόρα και έφτυσε προς το χτυπημένο νεαρό και την κοπέλα που είχε προσπαθήσει να τον υπερασπιστεί. Οι πόρτες του συρμού ξανάκλεισαν και το τρένο ξεκίνησε για τον επόμενο σταθμό, όπου κατέβηκαν και τα άλλα δύο παιδιά καθώς το πρόσωπο του νεαρού είχε ματώσει από το χτύπημα που είχε δεχτεί. Η αδερφή του Μανώλη κατέβηκε κι εκείνη και πήρε το τρένο πίσω για το σπίτι ακυρώνοντας τα σαββατιάτικα σχέδια της παρέας της. Μόλις έφτασε σπίτι άνοιξε αμέσως το Skype και διηγήθηκε στο Μανώλη το περιστατικό που την είχε αναστατώσει. Έτρεμε ολόκληρη και δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό της όχι τόσο την απρόκλητη επίθεση, αλλά την απουσία της παραμικρής αντίδρασης των επιβατών, μαζί και τη δική της. Ντρεπόταν που δεν είχε μπει κι εκείνη στη μέση μαζί με την άλλη κοπέλα. Αλλά όλα αυτά δεν ενδιέφεραν τη φιλόλογό του. Εκείνη πάσχιζε να τους μάθει το σωστό τρόπο ανάπτυξης της έκθεσης για να γράψουν καλά στις πανελλήνιες.

«…προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κοινωνική δικαιοσύνη, άνοδος του πνευματικού επιπέδου, συνειδητοποίηση της αξίας της ελευθερίας, σεβασμός της διαφορετικότητας…» Διαβάζονταν πια οι τρόποι αντιμετώπισης του ρατσισμού. Η διδακτική ώρα έφτανε στο τέλος της. «Θα σου δώσω άλλη μια ευκαιρία, Μανώλη», του είπε η φιλόλογος. «Την επόμενη ώρα έχετε γυμναστική. Έχω συνεννοηθεί με τον γυμναστή να μείνεις στην τάξη και να ξαναγράψεις την έκθεση. Δε θα δυσκολευτείς. Άκουσες τις εκθέσεις των συμμαθητών σου. Αν και θα έπρεπε να έχεις ήδη μάθει το σωστό τρόπο που γράφουμε έκθεση. Πλησιάζει το Πάσχα». Ναι, πλησίαζε το Πάσχα. Εκείνος δεν πολυπήγαινε στην εκκλησία. Η ζωή του Χριστού όμως τον συγκινούσε πολύ. Θυμήθηκε τον παππού του που, όταν ήταν μικρός, του διάβαζε ένα κείμενο που είχε γράψει κάποιος για τον Ιωσήφ όταν ζητά το σώμα του Χριστού από αυτούς που τον είχαν σταυρώσει. Λίγα πράγματα θυμόταν, σκόρπια: «…δώσε μου αυτόν τον ξένο, που είναι πραγματικά ο απόλυτος ξένος… που έζησε ζωή και βίο ξενιτεμένου στα ξένα… που, σαν ξένος σε ξένη χώρα, άστεγος γεννήθηκε στη φάτνη… αυτόν τον ξένο, που απ’ τα σπάργανά του ακόμη ξενιτεύτηκε και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι, ούτε τόπο να μείνει, ούτε πού να γείρει το κεφάλι… για έναν νεκρό, σε παρακαλώ, που αδικήθηκε από όλους, που προδόθηκε από φίλο, που κυνηγήθηκε από τους αδελφούς του, που εγκαταλείφθηκε από τους φίλους του και στερήθηκε την ίδια τη μητέρα του… γιατί πάνω στη γη δεν έχει να του συμπαρασταθεί ούτε πατέρας, ούτε φίλος, ούτε συγγενής, ούτε καν ένας να τον θάψει, αλλά είναι μόνος στον κόσμο…».

Ένιωθε ότι αυτό το κείμενο δε μιλούσε αποκλειστικά και μόνο για το Χριστό. Για εκείνον μιλούσε για κάθε “ξένο”, για κάθε κατατρεγμένο, για κάθε έναν που αδικήθηκε, που εξευτελίστηκε, που έγινε παρίας, που πληγώθηκε ή δολοφονήθηκε εξαιτίας της καταγωγής του, του χρώματός του, της πίστης ή του τρόπου ζωής του. Η ύπαρξη του καθενός τυραννισμένου ήταν αποτυχία μιας κοινωνίας που βυθίζεται σε ένα βούρκο διαφθοράς και υποκρισίας. Ο Μανώλης όμως την αισθανόταν κυρίως ως μια προσωπική αποτυχία όσων – και του ίδιου μαζί – δεν βρίσκονται στη θέση τους, μια ένδειξη ότι δεν προσπαθούν αρκετά να το αλλάξουν αυτό. Η “σταύρωση” όλων αυτών των άτυχων, ένα κάλεσμα σε δράση και συμπόνοια.

Όλα αυτά γυρνούσαν μέσα στο μυαλό του μαζί με το πρότυπο της καλής έκθεσης. Κοίταξε τη φιλόλογο απέναντί του, μετά τη λευκή κόλλα μπροστά του. Σκέφτηκε τους βαθμούς, τις εξετάσεις, τις σπουδές, το μέλλον του. Έπιασε το στυλό και ξεκίνησε να γράφει ξανά την έκθεσή του:

Δώσε μου αυτόν τον ξένο…

chimeres.info

tvxs

Advertisements

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: