Κριτικές Θεωρίες Μάθησης (Χειραφετική Παιδαγωγική)

Η τυπική ισότητα στην οποία υπακούει ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα είναι στην πραγματικότητα άδικη ανισότητα. […] Πράγματι, για να ευνοούνται οι ήδη ευνοημένοι και για να αδικούνται οι ήδη αδικημένοι, το σχολείο πρέπει να αγνοεί και αρκεί να αγνοεί […] τη μορφωτική ανισότητα των μαθητών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.

(Pierre Bourdieu, 1966)

Η αποδοχή των απόψεων της Σχολής της Φρανκφούρτης από την Παιδαγωγική οδήγησε σε αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες παιδαγωγικές προσεγγίσεις, όπως αυτές εκφράζονταν, κυρίως από το συμπεριφορισμό, αλλά και από θεωρίες του  εποικοδομισμού. Το κεντρικό σημείο διαφωνίας ήταν συνεπές με την κεντρική θέση της κριτικής θεωρίας της επιστήμης: Η Παιδαγωγική, όπως και οι υπόλοιπες (κοινωνικές κυρίως) επιστήμες, δεν μπορούσε να αυτονομείται και να αποστασιοποιείται από το κοινωνικό περιβάλλον και κυρίως δε μπορούσε απλά να το παρατηρεί, αλλά έπρεπε να λειτουργεί προς την κατεύθυνση της αλλαγής.

Μερικά κεντρικά σημεία της σχολής αυτής είναι:

α) Θα πρέπει να εξετάζεται η κοινωνικοπολιτική εξάρτηση της παιδαγωγικής πράξης

β) Τα «καθοδηγούντα τη γνώση ενδιαφέροντα» θα πρέπει να εξετάζονται υπό κοινωνική κριτική προοπτική

γ) Η σχέση υποκειμένου – αντικειμένου γίνεται αντιληπτή ως αλληλεξάρτηση και κάθε γνώση παρέχεται διαλεκτικά μέσω της σύνδεσης του υποκειμένου με την κοινωνία.

δ) Η παιδαγωγική θα πρέπει να επιδιώκει και να μην εμποδίζει την αυτοπραγμάτωση του μαθητή.

Χειραφετική Παιδαγωγική.

Ο όρος χειραφέτηση έχει διάφορα εννοιολογικά επίπεδα. Γενικά σημαίνει την άρση κάθε ετεροκαθορισμού του ανθρώπου μέσω διαφοροποιήσεων των κοινωνικών συνθηκών. Πιο ειδικά, μπορεί να σημαίνει την άρση της αλλοτρίωσης του ανθρώπου μέσω της κατάργησης της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της διάκρισης μεταξύ πνευματικής και χειρονακτικής εργασίας (φιλοσοφική σημασία – K. Marx), επιδίωξη ορισμένων κοινωνικών τάξεων να απελευθερωθούν από την κυριαρχία άλλων τάξεων (ιστορικοκοινωνική σημασία), απελευθερώσει του ατόμου, ως πολίτη από την εξάρτηση από διάφορους κοινωνικούς θεσμούς (πολιτική σημασία) ή την άρση του παραγκωνισμού κοινωνικών ομάδων και κοινωνικών θεσμών εξαιτίας συγκεκριμένων κοινωνικών δομών (κοινωνική σημασία).

Η χειραφετική παιδαγωγική σκοπεύει στην απελευθέρωση του ατόμου από κοινωνικές συνθήκες, που θέλουν ένα άτομο προσαρμοσμένο και καθοδηγούμενο και που περιορίζουν την κριτική δράση, την αυτοπραγμάτωση και την αυτοδιάθεσή του. Έτσι ο/η εκπαιδευτικός αναλαμβάνει περισσότερο το ρόλο της διευκόλυνσης και της ενίσχυσης της ανακάλυψης και της κριτικής σκέψης των μαθητών, το αναλυτικό πρόγραμμα α γίνεται αντικείμενο κριτικής επεξεργασίας από τους μαθητές και οι ίδιοι επιδιώκεται να καταστούν ικανοί να συνεργάζονται και να προβάλλουν τη δική τους αντίληψη σχετικά με την πορεία επεξεργασίας ενός θέματος, μέσα και από ελεύθερες δραστηριότητες. (Κρίβας 2002, σελ. 98-109)

Πάουλο Φρέιρε.

Αν αποσκοπούμε στον άνθρωπο και την ανθρωπιά τότε η εκπαίδευση είναι πολιτιστική δράση για την κατάκτηση της ελευθερίας.

(Paulo Freire, 1970)

Κεντρική φυσιογνωμία στο χώρο της χειραφετικής παιδαγωγική είναι ο Πάουλο Φρέιρε, για τον οποίο δεν υπάρχει ουδέτερη εκπαίδευση, αλλά μπορεί να λειτουργεί ή με στόχο την υποταγή του ανθρώπου ή με στόχο την απελευθέρωσή του και μολονότι νοείται συνήθως ως διαδικασία υποβολής, μπορεί να αποτελέσει όργανο για κατάργηση της υποβολής και η αρχική εκλογή πρέπει να γίνει από τον εκπαιδευτικό. το «κλειδί» για να αποτελέσει η εκπαίδευση μέσο χειραφέτησης είναι ο προβληματισμός, η υποβολή ερωτήσεων και η διατύπωση αμφιβολιών, προβληματισμός που συνιστά το ξεκίνημα μιας αυθεντικής ενέργειας απόκτησης γνώσης και το ξεκίνημα μιας ενέργειας για την ανατροπή του «υπερκαθορισμού». Ο προβληματισμό όμως δεν έρχεται εύκολα, είτε στις τάξεις των καταπιεσμένων, είτε στις τάξεις των αλλοτριωμένων των σημερινών κοινωνιών, οπότε ο επαναστάτης εκπαιδευτικός έχει το καθήκον να αμφισβητήσει, τόσο τους μαθητές του, όσο και την πραγματικότητα που πρόκειται να μελετηθεί. (Φρέιρε 1977 – πρόλογος-, σελ. 11-12)

Θεωρία της Γνώσης:

Για τον Φρέιρε, η γνώση είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα. Το να γνωρίσω  είναι μια κοινωνική διαδικασία, της οποίας όμως η ατομική διάσταση δε μπορεί να παραβλεφτεί ή να υποτιμηθεί. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει το σύνολο του συνειδητού εαυτού, τα αισθήματα, τα συναισθήματα, τη μνήμη.

Ο Freire ασχολείται με δυο τύπους της γνώσης, την υποσυνείδητη, μερικές φορές πρακτική γνώση και την κριτική, στοχαστική ή γνώση της θεωρίας. Οι πεποιθήσεις διαμορφώνονται σε γνώση με τον κριτικό προβληματισμό και τη συζήτηση.

Σε μια πρώτη φάση, το άτομο εκτίθεται μέσω της καθημερινής του εμπειρίας σε γεγονότα, πράξεις, χωρίς ωστόσο να αναρωτιέται γι’ αυτά χωρίς να ψάχνει για το «λόγο». Στη δεύτερη φάση, στην οποία το μυαλό του λειτουργεί επιστημολογικά, η μεθοδολογική αυστηρότητα με την οποία θα «δει» από πιο κοντά στο αντικείμενο, τηρώντας όμως «αποστάσεις» από αυτό, «αντικειμενοποιώντας» το, του προσφέρει ένα περιθώριο ασφαλείας το οποίο δε διαθέτει στην πρώτη περίπτωση του «κοινού νου».

Η γνώση δεν πρέπει να περιορίζεται στην λογική και το περιεχόμενο της, η τα συναισθήματα και τις προλήψεις, αλλά θα πρέπει να επιδιώκει τις συνδέσεις μεταξύ των αντιλήψεων και των αισθημάτων. Πρέπει να τολμήσουμε, να μη διχοτομούμε γνώση και συναίσθημα.

Μια επίσης λανθασμένη διχοτόμηση είναι αυτή της ανάγνωσης και της γραφής, στα παιδιά, ακόμη και από  τα πρώτα βήματα, με αποτέλεσμα να τα οδηγούμε στο να συλλάβουν αυτές τις διαδικασίες ως αποκομμένες από τη γενική πορεία της γνώσης. Αυτό το χάσμα μεταξύ της ανάγνωσης και της γραφής μας ακολουθεί για πάντα, ως σπουδαστές και ως δασκάλους.


Θεωρια της Μάθησης.

Ο Freire μιλά για το λάθος να βλέπουμε το εκπαιδευτικό σύστημα σαν μια τράπεζα, ένα μεγάλο χώρο αποθήκευσης, όπου οι μαθητές έρχονται να κάνουν ανάληψη των γνώσεων που χρειάζονται για τη ζωή. Οι γνώσεις δεν είναι εμπόρευμα που περνάει από τους δασκάλους στους μαθητές. Οι μαθητές πρέπει να οικοδομούν τις γνώσεις πάνω σε άλλες που ήδη κατέχουν. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές αντιλαμβάνονται τον κόσμο, έτσι ώστε να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές μπορούν να μάθουν. Η διδασκαλία δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία μεταφοράς της γνώσης από το δάσκαλο στο μαθητή, αλλά μια κριτική κατανόηση του τρόπου και της συνειδητοποίησης της ανάγνωσης του κόσμου.

Μάθηση είναι μια διαδικασία όπου η γνώση μας παρουσιάζεται και στη συνέχεια διαμορφώνεται μέσα από την κατανόηση, τη συζήτηση και τον προβληματισμό.

Όταν ο αναγνώστης κριτικά επιτυγχάνει την κατανόηση του αντικειμένου για το οποίο μιλάει ο συγγραφέας, γνωρίζει το νόημα του κειμένου και γίνεται συδιαμορφωτής της εν λόγω έννοιας. Ο αναγνώστης τότε δεν θα μιλά για την έννοια ως κάποιος που απλά έχει ακούσει για το αντικείμενο αυτό, αλλά ως κάποιος που το ξέρει. Ο αναγνώστης εργάστηκε και ξαναδούλεψε το νόημα του κειμένου, δεν ήταν εκεί, ακίνητος και αδρανής. Εδώ έγκειται η δυσκολία και η γοητεία στην πράξη της ανάγνωσης. (http://www.newfoundations.com/GALLERY/Gallery.html#Using)

Το ζήτημα της ενότητας σκέψης και γλώσσας είναι κεντρικό στη σκέψη του Freire ο οποίος ασχολήθηκε κυρίως με την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού στην Κεντρική Αμερική. Εκεί αντιμετώπισε την εκπαίδευση ακριβώς σα μια πολιτιστική διαδικασία, σύνδεσης του κοινωνικού πλαισίου των εκπαιδευομένων με το αντικείμενο της μάθησης που ήταν η γραφή και η ανάγνωση. Αυτά τα είδε όχι ξεκομμένα από το πολιτισμικό τους πλαίσιο. Στο «Πολιτιστική Δράση για την Κατάκτηση της Ελευθερίας» γράφει πως  η ύπαρξη της γλώσσας είναι αδύνατη χωρίς τη σκέψη και η ύπαρξη της γλώσσας και της σκέψης αδύνατη χωρίς τον κόσμο στον οποίο αναφέρονται, συνεπώς ο ανθρώπινος λόγος δεν είναι απλό λεξιλόγιο, είναι και δράση. Η δράση πάνω σε ένα αντικείμενο πρέπει να αναλύεται κριτικά για να είναι δυνατό να κατανοηθεί τόσο το ίδιο το αντικείμενο όσο και η αντίληψη που έχει κάποιος γι’ αυτό. Η πράξη της απόκτησης γνώσης εμπεριέχει μια διαλεκτική κίνηση που πορεύεται από τη δράση στο συλλογισμό και από το συλλογισμό για τη δράση σε μια νέα δράση. Για να ξέρει ο μαθητευόμενος ό,τι δεν ήξερε προηγουμένως, πρέπει να συμμετέχει σε μια αυθεντική διαδικασία αφαίρεσης με την οποία θα μπορέσει να διαλογιστεί όσον αφορά το σύνολο δράση – αντικείμενο. (Freire 1977, σελ. 27-39)

Κριτική

Η σημαντική διαφορά της χειραφετικής θεωρίας, με τις κοινωνικοπολιτισμικές και τον εποικοδομισμό από τις οποίες αντλεί σημαντικό μέρος των θεωρητικών της σημάτων , είναι ότι πέραν του ότι αναγνωρίζει την επιρροή του κοινωνικοπολιτισμικού περιβάλλοντας , δε μένει εκεί. Θέτει ένα ξεκάθαρο σκοπό, που είναι η κριτική στάση απέναντι στην κοινωνία με απώτερο σκοπό την αλλαγή αυτών των δομών που εμποδίζουν την ανθρώπινη χειραφέτηση. Αυτό δε δεν το αντιμετωπίζει σαν κάτι διάφορο από τη γνώση, αλλά ως συστατικό στοιχείο της γνωστικής διαδικασίας, ώστε αυτή να έχει πραγματικά αποτελέσματα. 

Αυτό είναι το βασικό της στοιχείο που της δίνει και την αξία που έχει ως θεωρία, στη μορφοποίηση μιας παιδαγωγικής πρακτικής που αφενός μεν θα αντιμετωπίζει τη μαθησιακή διαδικασία και το κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον ως μια ολότητα, αφετέρου δε, θα προσβλέπει με σαφήνεια στην αλλαγή στάσεων με σκοπό τον εξανθρωπισμό της κοινωνίας.

Έστω και αν η ακραία μορφή δέσμευσης με αυτή τη σχολή σκέψης μπορεί να οδηγήσει σε μορφές «στρατευμένης» εκπαίδευσης, όπου θα είναι πολύ δύσκολο να τίθενται μαθησιακοί στόχοι και διαδικασίες επίτευξής τους, μπορεί πιστεύουμε να γίνει δεκτό ότι προσφέρει μια διάσταση απαραίτητη στη συγκρότηση μιας προοδευτικής αντίληψης για την εκπαίδευση.

Advertisements

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: