ΝΑ ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΧΩΡΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΛΑΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

1871 : La Commune de Paris. Η πρώτη αλυσιτελής απόπειρα του εργατικού κινήματος να διαχειριστεί την εξουσία. (Ένα αφιέρωμα στην Κομμούνα του Παρισιού 140 χρόνια μετά).

Διακήρυξη της Κομμούνας.

»….Μα η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν μια έκκληση στο γαλλικό εθνικισμό, ήταν η διεκδίκηση των συνόρων της πρώτης αυτοκρατορίας, που χάθηκαν το 1814, τουλάχιστον των συνόρων της πρώτης δημοκρατίας. Μια γαλλική αυτοκρατορία, μέσα στα σύνορα της παλιάς μοναρχίας και μάλιστα στα πιο κουτσουρεμένα ακόμη σύνορα του 1815 – δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί πολύν καιρό. Απ’ αυτό βγήκε η ανάγκη να κάνει, από καιρό σε καιρό, πολέμους και η ανάγκη για επέκταση των συνόρων. Καμιά όμως συνοριακή επέκταση δεν θάμπωνε τόσο τη φαντασία των γάλλων εθνικιστών, όσο η επέκταση προς τη γερμανική αριστερή όχθη του Ρήνου. Κάθε τετραγωνικό μίλι, στο Ρήνο είχε, γι’ αυτούς, μεγαλύτερη αξία από δέκα στις Αλπεις, ή οπουδήποτε αλλού. Με την δεύτερη αυτοκρατορία η διεκδίκηση ν’ αποδοθεί ξανά στη Γαλλία η αριστερή όχθη του Ρήνου, είτε μεμιάς, είτε τμηματικά, δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου. Η ώρα έφτασε με τον πρωσο- αυστριακό πόλεμο του 1866. Όταν ο Βοναπάρτης είδε ότι γελάστηκε και από το Βίσμαρκ και εξαιτίας της δικής του υπερπανούργας δισταχτικής πολιτικής και δεν πήρε την «εδαφική αποζημίωση», που περίμενε, δεν του έμεινε άλλο τίποτα, παρά να κάνει πόλεμο, που ξέσπασε το 1870 και που τον οδήγησε πρώτα στο Σεντάν κι από κει στη Βίλχελμσχέε.

Παρίσι 1871 : Η διάταξη των δυνάμεων.

Αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η επανάσταση του Παρισιού στις 4 του Σεπτέμβρη 1870. Η αυτοκρατορία σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος κι ανακηρύχτηκε πάλι η δημοκρατία. Ο εχθρός όμως βρισκόταν έξω από τις πύλες του Παρισιού, οι στρατιές της αυτοκρατορίας είτε ήταν κυκλωμένες στο Μέτς χωρίς ελπίδα να ξεφύγουν, ή κρατιούνταν αιχμάλωτες στη Γερμανία. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση ο λαός επέτρεψε στους βουλευτές του Παρισιού του προηγούμενου νομοθετικού σώματος να εμφανιστούν σαν «κυβέρνηση εθνικής άμυνας». Και το δέχτηκε αυτό τόσο πιο εύκολα, που, για το σκοπό της άμυνας, όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα παρισινοί είχαν καταταχθεί τώρα στην εθνοφυλακή κι ήταν οπλισμένοι, κι έτσι τώρα οι εργάτες αποτελούσαν την μεγάλη πλειοψηφία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει, σε σύγκρουση, η αντίθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, που αποτελιόταν σχεδόν αποκλειστικά από αστούς και στο οπλισμένο προλεταριάτο. Στις 31 του Οχτώβρη εργατικά τάγματα κατέλαβαν με έφοδο το δημαρχείο και πιάσανε μερικά από τα μέλη της κυβέρνησης. Η προδοσία, η άμεση αθέτηση του λόγου της από την κυβέρνηση και η παρέμβαση μερικών μικροαστικών ταγμάτων τους απελευθέρωσαν ξανά και οι εργάτες, για να μην ανάψουν τον εμφύλιο πόλεμο, μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη, από ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, άφησαν στη θέση της την παλιά κυβέρνηση.


Τέλος, στις 28 του Γενάρη 1871, συνθηκολόγησε το πεινασμένο Παρίσι. Συνθηκολόγησε όμως με τιμές άγνωστες, ως τότε, στην ιστορία των πολέμων. Τα φρούρια παραδόθηκαν, η οχυρωματική γραμμή, που περιέβαλε το Παρίσι, αφοπλίστηκε, ο ταχτικός στρατός και η κινητή φρουρά παράδοσαν τα όπλα τους και θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου. Η εθνοφυλακή όμως κράτησε τα όπλα και τα κανόνια της κι έκλεισε μόνο ανακωχή με τους νικητές. Οι ίδιοι οι νικητές δεν τόλμησαν να μπουν θριαμβευτικά στο Παρίσι. Το μόνο που τόλμησαν να καταλάβουν ήταν μια μικρή, γωνιά του Παρισιού, που κι αυτή αποτελιόταν, κατά ένα μέρος, από δημόσια πάρκα. Κι αυτά μόνο για λίγες μέρες! Και σ’ όλο αυτό το διάστημα αυτοί, πού 131 ολόκληρες μέρες κράτησαν περικυκλωμένο το Παρίσι, βρέθηκαν οι ίδιοι περικυκλωμένοι άπ’ τους οπλισμένους εργάτες του Παρισιού, που πρόσεχαν καλά να μη περάσει κανένας «πρώσος» τα στενά όρια της γωνιάς που είχε παραχωρηθεί στους ξένους καταχτητές. Τέτοιος ήταν ο σεβασμός που εμπνέανε οι εργάτες του Παρισιού στον στρατό, που μπροστά του είχαν καταθέσει τα όπλα όλες οι στρατιές της αυτοκρατορίας. Και οι πρώσοι γιούνκερς (Junkers), πού είχαν έρθει να εκδικηθούν, στην εστία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να σταθούν με σεβασμό και να χαιρετίσουν τούτη ακριβώς την ένοπλη επανάσταση.


Όσο διαρκούσε ο πόλεμος, οι εργάτες του Παρισιού περιορίστηκαν να ζητούν τη δραστήρια συνέχιση του αγώνα. Τώρα όμως, που με τη συνθηκολόγηση του Παρισιού είχε γίνει ειρήνη, τώρα ο Θιέρσος, ο νέος αρχηγός της κυβέρνησης αναγκάστηκε να καταλάβει ότι η κυριαρχία των κατεχουσών τάξεων – των μεγάλων γαιοκτημόνων και των κεφαλαιούχων – θα βρισκόταν σε αδιάκοπο κίνδυνο, όσο οι εργάτες του Παρισιού κρατούσαν τα όπλα στα χέρια τους. Η πρώτη του πράξη ήταν η απόπειρα να τους αφοπλίσει. Στις 18 του Μάρτη έστειλε δυνάμεις του τακτικού στρατού, με τη διαταγή να αρπάξουν το πυροβολικό, που άνηκε στην εθνοφυλακή, το πυροβολικό που είχε κατασκευαστεί στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και που είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα απέτυχε, το Παρίσι ξεσηκώθηκε, σαν ένας άνθρωπος,, για να αντισταθεί. Έτσι κηρύχτηκε ο πόλεμος ανάμεσα στο Παρίσι και τη γαλλική κυβέρνηση, που είχε την έδρα της στις Βερσαλλίες.

Στις 26 του Μάρτη έγιναν οι εκλογές της Κομμούνας του Παρισιού και στις 28 την ανακήρυξαν. Η Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, που είχε ασκήσει ως τότε την εξουσία, υπόβαλε την παραίτηση της στην Κομμούνα, αφού πρώτα κατάργησε, με διάταγμα, τη σκανδαλώδικη «αστυνομία ηθών» του Παρισιού.

Στις 30 η Κομμούνα κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον τακτικό στρατό και ανακήρυξε σα μοναδική ένοπλη δύναμη, την εθνοφυλακή, στην οποία θα ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα.

Χάρισε όλα τα νοίκια, για τις κατοικίες, από τον Οχτώβρη του 1870, ως τον Απρίλη του 1871, συμψηφίζοντας στα ενοίκια της περιόδου, που θ’ ακολουθούσε, τα ποσά που είχαν ήδη πληρωθεί και ανάστειλε κάθε πώληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο.

Την ίδια μέρα επικυρώθηκε η εκλογή των ξένων υπηκόων στην Κομμούνα, γιατί η «σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας».

Την 1η του Απρίλη αποφασίστηκε ο μεγαλύτερος μισθός οποιουδήποτε υπαλλήλου της Κομμούνας, συνεπώς και των ίδιων των μελών της, να μην ξεπερνάει τις 6.000 φράγκα (4.800 μάρκα).

Την επόμενη μέρα ψηφίστηκε το διάταγμα, για το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και για την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων, για θρησκευτικούς σκοπούς, καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών χτημάτων σε εθνική ιδιοκτησία.

Ύστερα απ’ αυτό διατάχθηκε στις 8 του Απρίλη, κι εφαρμόστηκε σιγά – σιγά η απομάκρυνση, απ’ τα σχολειά, όλων των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων, και η κατάργηση όλων των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών — με μια λέξη «καθετί που ανάγεται στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης».

Μπροστά στις καθημερινές εκτελέσεις αγωνιστών της Κομμούνας, που πιάνονταν αιχμάλωτοι από τα στρατεύματα των Βερσαλλιών, εκδόθηκε στις 5 του Απρίλη ένα διάταγμα για τη σύλληψη ομήρων, που ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε.

Το κάψιμο της γκιλοντίνας.

Στις 6 του Απρίλη το 137 τάγμα της εθνοφυλακής έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό.

Στις 12 του Απρίλη η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία της Βαντόμ, που είναι χυμένη, από το μέταλλο των κανονιών, που είχε κυριεύσει, ο Ναπολέοντας ύστερα από τον πόλεμο του 1809, γιατί αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. Το διάταγμα αυτό εκτελέστηκε στις 16 του Μάη.

Η κατεδάφιση της στήλης της νίκης στην Πλατεία Vandome.

Στις 16 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε μια στατιστική απογραφή των εργοστασίων, που τα είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων, για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες, που εργάζονταν πριν σ’ αυτά και που τώρα θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς, καθώς και για την οργάνωση αυτών των συνεργατικών συνεταιρισμών σε μια μεγάλη Ένωση.

Στις 20 του Απρίλη η Κομμούνα κατάργησε τη νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες, καθώς και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας, που, από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας, τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα —πρώτης γραμμής εκμεταλλευτές των εργατών—, που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων του Παρισιού.

Στις 30 του Απρίλη η Κομμούνα διάταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων, που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση, των εργατών, κι έρχονταν σ’ αντίθεση, με το δικαίωμα των εργατών στα εργαλεία της δουλειάς τους και με το δικαίωμα να παίρνουν πιστώσεις.

Στις 5 του Μάη αποφάσισε να κατεδαφίσει το παρεκκλήσι, που είχε χτιστεί σαν εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου XVI.

Κομμουνάροι.

Έτσι από τις 18 του Μάρτη πρόβαλε καθαρά και έντονα o ταξικός χαρακτήρας του παρισινού κινήματος, που, με τον πόλεμο, ενάντια στην ξενική επέμβαση, είχε, ως τώρα, απωθηθεί στο βάθος της σκηνής. Και μια και στην Κομμούνα έπαιρναν μέρος σχεδόν μόνο εργάτες, ή αναγνωρισμένοι εκπρόσωποι των εργατών, οι αποφάσεις της είχαν αποφασιστικά προλεταριακό χαρακτήρα. Είτε ψήφιζε μεταρρυθμίσεις, που η δημοκρατική αστική τάξη τις είχε παραλείψει, μόνο από δειλία, που αποτελούσαν, όμως, απαραίτητη βάση, για τη λεύτερη δράση της εργατικής τάξης, όπως η εφαρμογή της αρχής ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων στη σχέση τους προς το κράτος, είτε έπαιρνε αποφάσεις, που εξυπηρετούσαν άμεσα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και που μερικά έθιγαν βαθιά το παλιό κοινωνικό καθεστώς. Για την πραγματοποίηση, όμως, όλων αυτών, μέσα σε μια πολιορκημένη πόλη, μπορούσαν να γίνουν, το πολύ-πολύ, τα πρώτα μόνο βήματα. Άλλωστε, από τις αρχές του Μάη, όλες τις δυνάμεις τους, τις αποροφούσε ο αγώνας, ενάντια στα στρατεύματα, που συγκέντρωνε, όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό, η κυβέρνηση των Βερσαλλιών.

Η επιρροή της Κομμούνας στην Γαλλία εκείνη την εποχή.

Στις 7 του Απρίλη τα στρατεύματα των Βερσαλλιών είχαν καταλάβει το πέρασμα του Σηκουάνα στο Νεϊγύ στο δυτικό μέτωπο του Παρισιού, αντίθετα όμως, στις 11 του Απρίλη, σε μια επίθεση του στρατηγού Έντ στο νότιο μέτωπο, αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες. Το Παρίσι βομβαρδιζόταν συνεχώς και μάλιστα από τους ίδιους εκείνους ανθρώπους, που είχαν στιγματίσει, σαν ιεροσυλία, τον βομβαρδισμό της ίδιας αυτής πόλης από τους πρώσους. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν την πρωσική κυβέρνηση να επιστρέψει, γρήγορα τους γάλλους στρατιώτες, που είχαν αιχμαλωτίσει στο Σεντάν και στο Μετς, για να ξανακαταλάβουν το Παρίσι, για λογαριασμό τους. Η βαθμιαία επιστροφή αυτών των στρατευμάτων έδοσε από τις αρχές του Μάη, αποφασιστική υπεροχή στις δυνάμεις των Βερσαλλιών, Αυτό φάνηκε κιόλας στις 23 του Απρίλη, όταν ο Θιέρσος διέκοψε τις διαπραγματεύσεις, για την ανταλλαγή, που πρότεινε η Κομμούνα, του αρχιεπισκόπου του Παρισιού και πολλών άλλων παπάδων, που κρατιόνταν όμηροι στο Παρίσι, με μόνο τον Μπλανκί, που είχε εκλεγεί δυο φορές στην Κομμούνα, μα ήταν φυλακισμένος στο Κλαιρβώ. Φάνηκε, ακόμα περισσότερο, στην αλλαγμένη γλώσσα του Θιέρσου. Ως τότε ήταν συγκρατημένος και διφορούμενος, τώρα έγινε ξαφνικά αυθάδης, απειλητικός, βάναυσος, Στις 3 του Μάη οι βερσαλλιέροι κατέλαβαν το οχυρό του Μουλέν Σακέ, στο νότιο μέτωπο, στις 9 το φρούριο του Ισσύ πού καταστράφηκε ολότελα απ’ το κανονίδι και στις 14 το φρούριο της Βάνβ.

Οδόφραγμα στην οδό Μπελβίλ.

Στο δυτικό μέτωπο προχωρούσαν, σιγά – σιγά, κυριεύοντας τα πολυάριθμα χωριά και τα χτίρια που απλώνονταν, ως τα τείχη της πόλης, ώσπου έφτασαν στην κύρια οχυρωματική γραμμή.


Στις 21 με προδοσία και από αμέλεια του φυλακίου της εθνοφρουράς στο σημείο αυτό, κατάφεραν να μπουν μέσα στην πόλη. Οι πρώσοι, που κρατούσαν τα βορεινά και ανατολικά οχυρά, επέτρεψαν στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν μέσα από την απαγορευμένη, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, ζώνη στο βορεινό μέρος της πόλης, κι έτσι να προχωρήσουν και να επιτεθούν σ’ ευρύ μέτωπο, που οι παρισινοί πίστευαν πως καλυπτόταν από τους όρους της ανακωχής και για τον λόγο αυτό, το φρουρούσαν μόνο με μικρές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν συνέπεια να προβληθεί μικρή μόνον αντίσταση στο δυτικό μισό τμήμα του Παρισιού, στις καθαυτό πλούσιες συνοικίες της πόλης. Όσο τα στρατεύματα του εισβολέα πλησίαζαν στο ανατολικό τμήμα του Παρισιού, στην καθαυτό εργατούπολη, τόσο η αντίσταση δυνάμωνε και γινόταν πιο πεισματική. Μόνο υστέρα από οχταήμερο αγώνα υπόκυψαν στα υψώματα της Μπελβίλ και του Μενιλμοντάν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κομμούνας και τότε έφτασε στο αποκορύφωμα της η σφαγή των αόπλων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η σφαγή που μάνιαζε όλη τη βδομάδα, σε διαρκώς αυξανόμενη έκταση. Το τουφέκι δε σκότωνε πια αρκετά γρήγορα, γι’ αυτό οι νικημένοι εκτελούσαν μαζικά, κατά εκατοντάδες, με τα πολυβόλα. Ο «Τοίχος των Ομοσπόνδων» στο νεκροταφείο του Πέρ – Λασαίζ, όπου έγινε η τελευταία μαζική σφαγή, ορθώνεται ακόμα σήμερα, βουβή, μα εύγλωττη, μαρτυρία για τη λύσσα, που είναι ικανή να φθάσει η κυρίαρχη τάξη, μόλις το προλεταριάτο τολμήσει να παλαίψει για το δίκιο του. Ύστερα, όταν αποδείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να τους σφάξουν όλους, άρχισαν να κάνουν μαζικές συλλήψεις, να τουφεκίζουν τα θύματα, που διάλεγαν αυθαίρετα, μέσα από τις γραμμές των αιχμαλώτων και να μεταφέρνουν τους υπόλοιπους σε μεγάλα στρατόπεδα, όπου περίμεναν να δικαστούν από στρατοδικεία. Τα πρωσικά στρατεύματα, που περικύκλωναν το βορεινό τμήμα του Παρισιού, είχαν διαταγή, να μην αφήσουν κανένα φυγάδα να περάσει, μα οι αξιωματικοί έκαναν συχνά στραβά μάτια, όταν οι φαντάροι άκουγαν περισσότερο το πρόσταγμα του ανθρωπισμού, από τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου. Ιδιαίτερη τιμή ανήκει στο σαξωνικό σώμα στρατού, που φέρθηκε, με πολύ ανθρωπισμό κι άφησε να περάσουν πολλοί, που ήταν ολοφάνερο ότι ήταν μαχητές της Κομμούνας.

Αν σήμερα, υστέρα από είκοσι χρόνια, ρίξουμε μια ματιά πίσω, στη δράση, και στην ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, θα δούμε ότι είναι ανάγκη να κάνουμε μερικές προσθήκες στην περιγραφή της που γίνεται στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία».

Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές, που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν.

Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε, την εποχή εκείνη, σοσιαλιστές, μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν, που γνώριζε το γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό.

Εντουάρ Βαγιάν.

Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα, παράλειψε αρκετά πράγματα, που, κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα, βέβαια, από όλα, μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν, επίσης, σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας – αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους. Θα σήμαινε την πίεση, που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη, για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα, που έκανε η Κομμούνα, μ’ όλο, που αποτελιόταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά, οι προυντονιστές ήταν, κυρίως, υπεύθυνοι, για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες, όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι, για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δύο περιπτώσεις η ειρωνεία της Ιστορίας θέλησε —όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην εξουσία οι δογματικοί— να κάνουν και οι δυο το αντίθετο, απ’ ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους.

Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν. Παρά τις εύκολες και άδικες απόψεις του Ένγκελς, για τον πατέρα του αναρχοσυνδικαλισμού (και παρά τις προγενέστερες ύβρεις του Καρλ Μαρξ, ενώ πια ο Προυντόν ήταν νεκρός) η ουσία των όσων έλεγε και έγραφε ο Προυντόν επιβεβαιώθηκε από την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος, που αποδιοργάνωσε το εργατικό κίνημα και το οδήγησε στην γραφειοκρατικοποίηση.

Ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση, με θετικό μίσος. Έλεγε, γι’ αυτήν, ότι περικλείνει περισσότερο κακό, παρά καλό, ότι, άπ’ τη φύση της, είναι άγονη, ακόμη και βλαβερή, γιατί αποτελεί ένα είδος δεσμά στην ελευθερία του εργάτη, ότι είναι ένα καθαρά στείρο και οχληρό δόγμα, που βρίσκεται σε διάσταση, τόσο με την ελευθερία του εργάτη, όσο και με την οικονομία της εργασίας, ότι τα μειονεκτήματά της μεγάλωναν γρηγορότερα από τα πλεονεκτήματά της, ότι, απέναντι σ’ αυτήν, ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός της δουλειάς, η ατομική ιδιοκτησία, αποτελούν οικονομικές δυνάμεις. Μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις — όπως τις αποκαλεί ο Προυντόν – της μεγάλης βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι, έχει θέση, η οργάνωση των εργατών (βλέπε: «Γενική ιδέα της επανάστασης», 3η μελέτη.)


Στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση, που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών, μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει, όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς, σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως, πολύ σωστά, λέει ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο», τελικά, θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας. Και γι’ αυτό η Κομμούνα έγινε, επίσης, ο τάφος της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Σήμερα η σχολή αυτή έχει εξαφανιστεί από τους γαλλικούς εργατικούς κύκλους. Τώρα, σ’ αυτούς επικρατεί αναντίρρητα η θεωρία του Μαρξ, όχι λιγότερο ανάμεσα στους ποσιμπιλιστές, απ’ ότι ανάμεσα στους «μαρξιστές». Μόνο ανάμεσα στη «ριζοσπαστική» αστική τάξη υπάρχουν ακόμα προυντονιστές.


Οι μπλανκιστές δεν είχαν καλύτερη τύχη. Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία, που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους, μα ακόμα και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση, να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση, και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό, χρειάζονταν, πριν απ’ όλα, αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τι έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελιόταν από τέτιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ’ όλες της τις διακηρύξεις, προς τους γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία, από όλες τις γαλλικές κοινότητες, μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που, για πρώτη φορά, θα δημιουργόταν, πραγματικά, από το ίδιο το έθνος. Και ίσα – ίσα, η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης — στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία —, που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που, από τότε, την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο, κάθε καινούργια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει, όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι.


Η Κομμούνα αναγκάστηκε, αμέσως, από την αρχή, να αναγνωρίσει ότι, όταν η εργατική τάξη, έρθει πια στην εξουσία, δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική αυτή τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία, που, μόλις, έχει καταχτήσει, πρέπει, από την μια, να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή, που, ως τότε, είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, κι από την άλλη, να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν ν’ ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Ποιά ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του, ως τα τώρα, κράτους; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων, η κοινωνία είχε, αρχικά, δημιουργήσει δικά της όργανα, με τον απλό καταμερισμό της δουλειάς. Τα όργανα, όμως, αυτά, που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν, με τον καιρό, μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας, σε αφέντες της, όπως το βλέπουμε λ.χ., όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία. Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ, το καθένα από τα δυο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται, το ένα το άλλο, στην εξουσία, διευθύνεται, με τη σειρά του, από ανθρώπους, που κάνουν την πολιτική προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν, πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης, τόσο της ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών πολιτειών, ή που ζουν από τη ζύμωση, που κάνουν, για το κόμμα τους και που, όταν το κόμμα τους νικήσει, ανταμείβονται με θέσεις. Είναι γνωστό πως οι αμερικάνοι, τριάντα χρόνια τώρα, προσπαθούν ν’ αποτινάξουν το ζυγό αυτό, που έγινε αφόρητος και πως, παρ’ όλα αυτά, βουλιάζουν, όλο και πιο βαθιά, μέσα στο βάλτο της διαφθοράς. Ακριβώς, στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πως συντελείται αυτή η ανεξαρτητοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία, που, αρχικά, ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανό της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς, ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άνδρες, για την επίβλεψη, των ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις, ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως, έχουμε, εδώ, δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους, που παίρνουν, διαδοχικά, στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται, με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο, μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών, που βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν.


Ενάντια σ’ αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας, σε αφέντες της, μια μετατροπή, που είναι αναπόφευχτη σ’ όλα τα ως τα τώρα κράτη, η Κομμούνα, χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέσα. Πρώτα, σ’ όλες τις θέσεις — διοικητικές δικαστικές και εκπαιδευτικές — έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους, με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερόμενων, και μάλιστα, με το δικαίωμα των ίδιων των ενδιαφερομένων ν’ ανακαλούν τον αντιπρόσωπό τους, οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό, που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός, που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα ήταν 5.000 φράγκα. Έτσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και στον αριβισμό, ακόμα και χωρίς τις δεσμευτικές εντολές, που έπαιρναν χώρια, απ’ όλα τ’ άλλα, οι αντιπρόσωποι στα αντιπροσωπευτικά σώματα.


Αυτό το τσάκισμα της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάσταση της από μια καινούργια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφεται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του «Εμφυλίου Πολέμου». Ήταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ, με συντομία, για άλλη μια φορά, σ’ ορισμένα χαρακτηριστικά του, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονία, για το κράτος, πέρασε, από τη φιλοσοφία, στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης, κι ακόμα και σε πολλούς εργάτες. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική άποψη, το κράτος είναι η «πραγματοποίηση της Ιδέας», ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη σε φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο όπου η αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη πραγματοποιούνται, ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Κι από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς τα κράτος και προς το καθετί, που συνδέεται με το κράτος, ένας σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο έχουμε συνηθίσει, απ’ τα πιο μικρά μας χρόνια, να φανταζόμαστε ότι όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα, που είναι κοινά, για ολόκληρη την κοινωνία, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν αλλοιώς, παρά όπως εξυπηρετιόνταν ως τώρα, δηλαδή, από το κράτος και τα καλοδιορισμένα όργανα του. Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα, προς τα μπρος, όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία κι ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, όμως, το κράτος δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μια μηχανή, για την καταπίεση μιας τάξης, από μια άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία, άπ’ ό,τι γίνεται στη μοναρχία! Και στην καλύτερη, περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό, που κληροδοτείται στο προλεταριάτο, που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία και που τις χειρότερες πλευρές του, όπως το έκαμε η Κομμούνα, δεν μπορεί να μην τις, όσο το δυνατό γρηγορότερα, ωσότου μια γενιά, μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλα αυτά τα παλιοπράγματα, που αποτελούν το κράτος.

Φρήντριχ Ένγκελς.

Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.»

Φ. Ένγκελς. (Στην εικοστή επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, 27 του Μάρτη 1891. Γράφτηκε από τον Φ. Ένγκελς στη νέα έκδοση του έργου του Καρλ Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία» Βερολίνο 1891, σύμφωνα με το κείμενο της έκδοσης τον 1891).

Ξεκινάμε το αφιέρωμα στην πρώτη μαζική απόπειρα της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στα χέρια της. Στην Κομμούνα του Παρισιού το 1871.


Το απόσπασμα από τον πρόλογο του Ένγκελς στο βιβλίο του Κάρλ Μάρξ » Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία» (παρά τις μονομέρειες του συγγραφέα και παρά την παταγώδη διάψευση των κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών του θέσεων και παρά την αποτυχία του εργατικού κινήματος να προωθήσει την κοινωνικοαπελευθερωτική αλλαγή, που εξήγγειλε η μαρξιστική θεωρία, η οποία φιλοδόξησε να αναχθεί σε κοινωνική επιστήμη) είναι περιεκτικό και δίνει το περίγραμμα των γεγονότων εκείνης της εποχής, που είναι τόσο μακρινή, για εμάς, αλλά τόσο κοντινή, όσον αφορά τα διδάγματά της.

Καρλ Μαρξ.

Μπορούμε να παρακάμψουμε τις επί μέρους μονομέρειες στις αναφορές του Ένγκελς στους πολιτικούς, που έδρασαν στην Κομμούνα, (σε πολλά άλλωστε έχει δίκιο, αλλά μπορούμε να χαμογελάσουμε με πικρία αναλογιζόμενοι το τι έκαναν οι επίγονοι του ιδίου και του Μάρξ στον 20ο αιώνα) και να σταθούμε στην παραστατική ανάλυσή του, για τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες της Κομμούνας του Παρισιού, στην πολυφωνία και στον πλουραλισμό της διάρθρωσής της και στον συνδιασμό της άμεσης και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που επεδίωξε και επέτυχε, γεγονότα που τοποθετούν την παρισινή Κομμούνα στο πάνθεον του αγώνα για την κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση του ανθρώπου, παρά τις διαπραχθείσες ακρότητες, που ήταν προϊόν μιάς αιματηρής και βίαιης περίστασης.


Ας σταματήσουμε, προς το παρόν, εδώ, για να απολαύσουμε το κείμενο του Ένγκελς, που μακρινή σχέση έχει με όσα έκαναν μετέπειτα οι επίγονοι – παρά τις όποιες διαφωνίες μας με ορισμένες πολιτικές τοποθετήσεις του.


Αργότερα, σε επόμενο κείμενο, θα μιλήσουμε για όσα έγιναν τότε και μετά, που οδήγησαν και στην διάσπαση της Διεθνούς των Εργαζομένων (της επονομαζόμενης Πρώτης Διεθνούς)…..

»Α. Η Κομμούνα του Παρισιού.

Είδαμε (Κεφ. 3-Α) με ποιό τρόπο η προπαγάνδα της Πρώτης Διεθνούς (της Α.Ι.Τ.) είχε υποσκάψει τα θεμέλια της δεύτερης Αυτοκρατορίας. Τότε ξέσπασε και ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος, που προκάλεσε μια σειρά από καταστροφές. Όταν ο αυτοκράτορας φυλακίστηκε στο Σεντάν και το Παρίσι βρέθηκε να πολιορκείται, η αυτοκράτειρα Ευγενία υπέγραψε (1), χωρίς να έχει συνείδηση του τι κάνει, ένα διάταγμα που έκανε δεκτούς στην Εθνοφρουρά όλους τους πολίτες. Αυτό στην πραγματικότητα σήμαινε ότι αυτός ο δημοκρατικός θεσμός, που οι αξιωματικοί του, σε όλους σχεδόν τους βαθμούς, ήταν αιρετοί, έπεφτε στα χέρια του προλεταριάτου· σήμαινε ότι το πολιορκημένο Παρίσι θα το υπεράσπιζαν 200.000 ένοπλοι εργάτες. Χάρη σε αυτόν το θεσμό, παρόλο που η Γαλλία νικήθηκε, οι Πρώσοι δεν κατέλαβαν το Παρίσι, αλλά μόνο τα μισά από τα οχυρά του (τα ανατολικά). Πέρα από αυτό, παρόλο που η Κινητή Φρουρά (αποτελούμενη από επαρχιώτες, που ήρθαν να υπερασπίσουν το Παρίσι) και τα δύο τρίτα του στρατού αποστρατεύτηκαν, η Εθνοφρουρά διατήρησε τα τουφέκια και τα κανόνια της. Γι’ αυτόν το λόγο, στα 1871, το παρισινό προλεταριάτο έχει συνείδηση της δύναμης του. Ενώ τον Ιούνη του 1848 είχε «όλες τις τάξεις της κοινωνίας εναντίον του» (Μαρξ), στα 1871 έχει την υποστήριξη των μικροαστών, ακόμα και του λούμπεν προλεταριάτου. Όσο για την αγροτιά, αυτή, είτε είναι δημοκρατική, είτε φιλοβασιλική (2), το μόνο που επιδιώκει είναι να ακολουθήσει το Παρίσι, τον προμαχώνα ολόκληρης της Γαλλίας και κέντρο κάθε αντίστασης. Εκεί οφείλεται και η κεραυνοβόλα επιτυχία της εξέγερσης της 18ης Μάρτη 1871. Μετά τη συνθηκολόγηση, η κυβέρνηση παρέδωσε στους Πρώσους τον τακτικό στρατό (εκτός από 40.000 άντρες) και βασικά αποστράτευσε και έστειλε πίσω στην επαρχία τους 200.000 άντρες της Κινητής Φρουράς. Παρέμειναν αντιμέτωποι η Εθνοφρουρά και οι 40.000 άντρες του Θιέρσου. Εκκενώνοντας το Παρίσι, με το μεγαλύτερο τμήμα αυτού του στρατού – ο οποίος έφτυνε τους αξιωματικούς του και περίμενε να έλθει έστω και ένα τμήμα της εργατικής Εθνοφρουράς, για να αδελφωθεί μαζί του – ο Θιέρσος δεν κυριεύεται από πανικό· τη νύχτα της 18ης προς την 19η Μάρτη θα σώσει το μέλλον του καπιταλισμού, για έναν ίσως αιώνα. Στο μεταξύ, μιάς και η κυβέρνηση είχε καταφύγει στις Βερσαλίες και το Κράτος είχε εξαφανιστεί (στρατός, αστυνομία, γραφειοκράτες), η Εθνοφρουρά κατέλαβε «αυτά που είχαν εγκαταλειφθεί», δηλαδή όχι μόνο τα υπουργεία, αλλά ολόκληρη την πόλη, συμπεριλαμβανομένων των οχυρών και των προμαχώνων της.

Για πρώτη φορά από το 1792 και 1793, τότε που οι «συνοικίες» κατέβαιναν προς τον Κεραμεικό, το Σάν-ντέ-Μάρς, την Κονβανσιόν, το προλεταριάτο ανακαταλάμβανε τις χαμένες δυτικές γειτονιές. Η κόκκινη σημαία κυμάτισε για πρώτη φορά στην καρδιά της πόλης, στο Δημαρχείο, όπου δεν είχε καταφέρει να κάνει την εμφάνιση της, ούτε τον Φλεβάρη, ούτε τον Ιούνη του 1848.

Αντόλφ Θιέρσος.

Οχυρώνοντας το Παρίσι στα 1840, ο Θιέρσος το είχε μετατρέψει σε ένα είδος αυτόνομης δύναμης, ικανής να αντισταθεί σε κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Εκεί οι Πρώσοι είχαν σπάσει τα μούτρα τους και δεν είχαν καμιά διάθεση να επανέλθουν. Εκτός από τα στρατιωτικά προβλήματα, υπήρχε και κάτι άλλο· θα έπρεπε να στείλουν τους γερμανούς εργάτες, με στολή, εναντίον των γάλλων εργατών, που είχαν εκείνη τη στιγμή την εξουσία και αυτό ήταν ένα εγχείρημα, την έκβαση του οποίου είχε κάνει προβληματική η προπαγάνδα της Διεθνούς.


Στο περιθώριο, που του άφησαν οι ιστορικές περιστάσεις, το παρισινό προλεταριάτο θα παίξει το δικό του ρόλο, εναντίον της κατεστημένης τάξης πραγμάτων και εκεί έγκειται ο αυθορμητισμός του. Θα επανακτήσει ολόκληρη σχεδόν την πόλη (τη μη βομβαρδισμένη), ενώ «αντικειμενικά» έχει συγκεκριμένες διασυνδέσεις με τις συνοικίες· για παράδειγμα η «Μπελβίλ» κατεβαίνει στο Δημαρχείο! Θα καταλάβει όλα τα μέρη που εγκατέλειψαν οι «Βερσαλιέροι» και πρώτα-πρώτα τα εργοστάσια, τα οποία δεν θα αφήσει, όπως τα βρήκε αλλά, αντίθετα, θα καταστρέψει, κομματάκι-κομματάκι, ολόκληρη την οργάνωση της καπιταλιστικής εργασίας, για να την αντικαταστήσει με μια νέα οργάνωση. «Από τη σκοπιά αυτή, τα εργαστήρια της Κομμούνας υπήρξαν πρότυπα προλεταριακής δημοκρατίας. Οι εργάτες καθόριζαν μόνοι τους ποιοί θα είναι οι προϊστάμενοι τους, οι αρχιτεχνίτες τους, οι επιστάτες τους. Διατηρούσαν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν, αν η συμπεριφορά τους, ή οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν ικανοποιητικές. Καθόριζαν μόνοι τους τα ημερομίσθια, τα ωράρια και τις συνθήκες εργασίας τους και ακόμα περισσότερο μια εργοστασιακή επιτροπή μαζευόταν κάθε βράδυ για να αποφασίσει για την εργασία της επόμενης μέρας (3)».


Παράλληλα με αυτή την αυτοκυβέρνηση των παραγωγών, η Κομμούνα υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, η αυτοκυβέρνηση του λαού – «ανέξοδη κυβέρνηση χωρίς υπαλληλοκρατία» (Μαρξ). Μπαίνοντας στο δρόμο της κατάργησης της εργοδοσίας και της μισθωτής εργασίας, καταργούσε ταυτόχρονα το Κράτος και την ιδιωτική κοινωνία. Τα «μέτρα» για την κατάργηση του Κράτους είναι γνωστά και καταγραμμένα στη νομοθεσία της· αυτά πού αφορούν την κατάργηση της ιδιωτικής κοινωνίας (4) δεν έγινε μπορετό, ελλείψει χρόνου, να γίνουν αντικείμενο έκδοσης «διαταγμάτων». Ξέρουμε όμως ορισμένα πράγματα γι’αυτά· η κατάργηση της ιδιωτικής κοινωνίας είναι η κριτική της καθημερινής ζωής και από τη σκοπιά αυτή, «η Κομμούνα υπήρξε η μεγαλύτερη γιορτή του 19ου αιώνα».


«Στο μέτρο που καταργούσε την ατομική ιδιοκτησία και το Κράτος, καταργούσε ταυτόχρονα και την οικογένεια: «Η Κομμούνα υπήρξε η ερωτική ιστορία του μεταλλωρύχου με την γκριζέττα (γκριζέττες ήταν νεαρές γυναίκες «ελευθερίων ηθών», που δούλευαν και σαν εργάτριες, σ.τ.μ), όπως τόσο πετυχημένα λέει ο Ζ. Ντυβό. Απελευθερώνοντας τους εργάτες και τις εργάτριες, απελευθέρωσε επίσης και το σύνολο των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων και των πόρνων, που οι προστάτες τους προτίμησαν να φύγουν για πιο προσοδοφόρες δουλειές στις Βερσαλίες, ή στο Σαίν-Κλού, ακόμα και τις αστές, απαλλάσσοντας τες από τους άντρες τους, που κατατάχτηκαν στον τακτικό στρατό.


Όσο για τα παιδιά, από δώδεκα μέχρι δεκάξι χρονών, που έκαναν έρωτα και πόλεμο, μέσα στα υπόγεια και τις τρώγλες, αυτά, μαζί με τις γυναίκες, έγιναν η κινητήρια δύναμη της Κομμούνας. Ο Ντομανζέ, στο ‘‘Η δημόσια εκπαίδευση στην περίοδο της Κομμούνας’’, μας δίνει πάνω σε αυτό μια αποκαλυπτική μαρτυρία. Η ολοκληρωτική ελευθερία, που δόθηκε στα παιδιά, δεν αποτέλεσε επιστροφή στην άγρια κατάσταση. Αντίθετα, η Κομμούνα, πιστή στην αυτοδιαχείριση, ανέθεσε στις δημοτικές αρχές των δήμων του Παρισιού (ζωντανή πραγματικότητα την εποχή εκείνη, που αντιστοιχεί με τις σημερινές επιτροπές γειτονιάς) τη φροντίδα να αναλάβουν τη δημόσια εκπαίδευση, Όχι για να ξεφορτωθεί αυτό το καθήκον, αλλά για να το εμπιστευτεί στις μάζες. Ταυτόχρονα, θέλησε να απελευθερώσει, από την παιδική του ηλικία, τον άνθρωπο από τον Θεό, κάνοντας ό,τι μπορούσε, για να διαλύσει τα θρησκευτικά τάγματα, παρόλο που από κει προερχόταν, τότε, όλο το διαθέσιμο διδακτικό προσωπικό. Αλλά όταν, αφού περιόρισε τις αρμοδιότητες των ιερέων, άρχισε να ξαναοργανώνει την εκπαίδευση, της έμεναν μόνο έξι μέρες ζωής.

Προσπέρ Ολιβιέ Λισανγκαρέ. Επιζήσας Κομμουνάρος και συγγραφέας του επικού βιβλίου »Ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871».

Για όλα αυτά τα προβλήματα δεν έχουμε παρά να διαβάσουμε τον Λισαγκαρέ (5), ο όποιος γράφει για παράδειγμα: «Και αν δεχτούμε ότι το βάθος μιας επανάστασης μετριέται με το κατά πόσο υπάρχει ενεργή συμμετοχή των γυναικών και των παιδιών, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Κομμούνα υπήρξε η πιο δυνατή επαναστατική θύελλα που φύσηξε ποτέ στην πρωτεύουσα». Τα παιδιά πολέμησαν, κατά χιλιάδες, στις πρώτες γραμμές· «ακολουθούσαν τα μάχιμα τμήματα στις τάφρους, στα οχυρά, γραπώνονταν από τις μπούκες των κανονιών».


Η Κομμούνα, όπως έδινε το δικαίωμα στις γυναίκες και στα παιδιά να ζήσουν και να πεθάνουν γι’ αυτήν και για τον εαυτό τους, έδωσε ταυτόχρονα και τα μέσα σε όλους τους πολίτες να πολεμήσουν όπως αυτοί το εννοούσαν.


Έβγαλε διάταγμα με το όποιο όριζε ότι: «Καμιά άλλη στρατιωτική δύναμη εκτός από την Εθνοφρουρά δεν θα δημιουργηθεί ούτε θα μπει στο Παρίσι». Αυτή, όμως, η «άλλη στρατιωτική δύναμη», δυστυχώς, υπήρχε. Δεν ήταν μόνο οι «βερσαλιέροι», ήταν και τα «επιτελεία των γαλονάδων» που η μικροαστική πλειοψηφία της κομμουναλιστικής συνέλευσης είχε «βάλει» επικεφαλής της Εθνοφρουράς. Αλλά, ενώ αυτά τα «επιτελεία», τα «συμβούλια» και τα «παρασυμβούλια» πολλαπλασιάζονταν και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποκόψουν την Εθνοφρουρά από το λαϊκό κίνημα, από το βαθύ ρίζωμα της στα εργαστήρια και στις συνοικίες, η προλεταριακή Εθνοφρουρά πολεμούσε, με το δικό της τρόπο, εναντίον των δικών της στρατηγών, που παράγγελναν να γίνεται οικονομία στα κανόνια και στις οβίδες, ενώ δεν υπήρχε πρόβλημα προμήθειας πολεμοφοδίων. Το αποκορύφωμα της στρατιωτικής κενοδοξίας ήταν το κατόρθωμα του Ροσέλ, ο όποιος, «με το πρόσχημα της αναδιοργάνωσης της Εθνοφρουράς τη διέσπασε σε μονάδες πεζικού (για τους άντρες οπό 19 μέχρι 40 χρονών) και σε μη μετακινούμενες μονάδες (για τους πάνω οπό 40 χρονών). Χώρισε έτσι μεταξύ τους, τους γείτονες, τους εργάτες του ίδιου εργαστηρίου, τους αδελφωμένους στη μάχη στρατιώτες, τους συγγενείς και έκοψε τα πόδια στους πιο θερμόαιμους. Ξεχνούσε ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι πολιτικός πόλεμος, ο οποίος, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την Επανάσταση και ότι, σε έναν τέτοιο πόλεμο, το ζήτημα της ηλικίας δεν είναι τίποτα, το ζήτημα της πίστης είναι το πάν» (6). Στην περίπτωση εκείνη η Εθνοφρουρά έδωσε ένα από τα πιο ωραία παραδείγματα αυτοδιαχείρισης, που έχει να επιδείξει η ιστορία. «Το αξιοθαύμαστο είναι ότι πολλά τάγματα αρνήθηκαν να υπακούσουν και όρμησαν στη φωτιά της μάχης, με όλους τους άνδρες τους, κάνοντας έτσι την καλύτερη κριτική στο διάταγμα» (7).


Ό διαχωρισμός αυτός, τον οποίο ο Ροσέλ (και άλλοι) θέλησαν να εισάγουν σε μια κοινωνική πραγματικότητα, σε τήξη, φαίνεται ακόμα και στη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στους λόγους που εκφωνούνται στην κομμουναλιστική Συνέλευση και στην πρακτική των κομμουνάρων.

Οδόφραγμα στην οδό Ρουαγιάλ.


Παρόλο που, ευθύς εξαρχής, είχε αναγνωρισθεί σε όλους τους ξένους το δικαίωμα να υπηρετήσουν την Κομμούνα, στην πράξη η Συνέλευση περιόριζε το πεδίο δράσης του μοναδικού άξιου στρατηγού, που πολεμούσε στον βορειοανατολικό τομέα, του Γιαροσλάβ Ντομπρόβσκι, επειδή ήταν πολωνός.


Παρά και εναντίον αυτής της Συνέλευσης, η Κομμούνα (η Επανάσταση) ένωνε συγκεκριμένα, στα πλαίσια της επαναστατικής πράξης, Γάλλους και ξένους, παιδιά και γέρους, άντρες και γυναίκες, στρατιώτες και εργάτες, δημόσια και ιδιωτική ζωή, θεωρία και πράξη.


Το 1971, εκατό χρόνια μετά, οι τροτσκιστές ειρωνεύτηκαν κατά κόρον τον πανηγυριώτικο χαρακτήρα της Κομμούνας δηλώνοντας κυνικά: «Η Κομμούνα μπορεί να ήταν γιορτή, κράτησε όμως λίγο». Στην πραγματικότητα δεν έχουν καταλάβει τίποτα. «Οι γιορτές της Κομμούνας», που αποτέλεσαν σίγουρα ένα μοναδικό και συναρπαστικό φαινόμενο – διακήρυξη της 28ης Μάρτη, μεγαλοπρεπείς νεκρώσιμες τελετές της 6ης Απρίλη, παρέλαση των ελευθερομασόνων, πτώση της στήλης της πλατείας Βαντόμ και τέλος, το τραγικό κοντσέρτο για τις χήρες και τα ορφανά, που δόθηκε την ίδια μέρα που οι Βερσαλίες έστελναν τις δυνάμεις τους, εναντίον του ανύποπτου Παρισιού ( 8 ) – οι γιορτές αυτές δεν ήταν παρά πετυχημένα θεάματα και τίποτα περισσότερο. Αλλά σαν τέτοια δεν ήταν άχρηστα· το αντίθετο μάλιστα. Τα θεάματα αυτά υπήρξαν ταυτόχρονα πολιτικά και πανηγυριώτικα· η «Διακήρυξη» ένωσε όλο τον πληθυσμό, τον έκανε να έχει εμπιστοσύνη στην Εθνοφρουρά· οι επικήδειες τελετές της 6ης Απρίλη ζωήρεψαν την ενεργητικότητα του κόσμου, που ήταν πεσμένη, λόγω της αποτυχίας της 3ης του ίδιου μήνα, οι ελευθερομασόνοι χρησιμοποιήθηκαν από την Κομμούνα, για να τραβήξουν τα μικροαστικά στρώματα, που δίσταζαν, βλέποντας τα προχώρημα των βερσαλιέρων και για να δώσουν εμπιστοσύνη στο λαό, που έβλεπε αυτή τη μυστηριώδη δύναμη να κάνει μαζικά την εμφάνιση της και να στέκεται στο πλευρό του· η πτώση της Στήλης, ενέργεια που συμβόλιζε την αλληλεγγύη των λαών, είχε ισχυρό «ειρηνικό» αποτέλεσμα στις πρωσικές μονάδες, η ουδετερότητα των οποίων είχε ζωτική σημασία… Αλλά αν « η Κομμούνα ήταν η μεγαλύτερη γιορτή του 19ου αιώνα», δεν ήταν τόσο για τα θεάματα της, Όσο για την καθημερινή δραστηριότητα του ίδιου του προλεταριάτου. Ήταν το ελεύθερο παιχνίδι στις «καλές συνοικίες», στα μουσεία (9), στα πάρκα κτλ και πάνω απ’ όλα υπήρξε το παιχνίδι τον λαού με τα όπλα, δηλαδή με την εξουσία. Ο ηρωισμός του ήταν αυτός που έδωσε τον πανηγυριώτικο χαρακτήρα και δεν ήταν ο πανηγυριώτικος χαρακτήρας που τον εμπόδισε να είναι ηρωικός – επομένως και αποτελεσματικός. Αν η Κομμούνα δεν ήταν γιορτή, δεν θα είχε κρατήσει ούτε τρεις μέρες. Αν η γιορτή είχε συνολικότερο χαρακτήρα αν είχε γίνει το παιχνίδι με τα όπλα όλου του κόσμου σε όλα τα επίπεδα, τότε η Κομμούνα θα είχε νικήσει.

1. Στις 2 Σεπτέμβρη 1870.


2. Ας αναλογιστούμε τη βρετονική στρατιά του στρατοπέδου της Κονλί, κοντά στο Μαν, που η κυβέρνηση την άφησε στην κυριολεξία «να σαπίσει στη λάσπη».


3. Ρ. Ντουναγιέβσκαγια, Marxisme et liberte.


4. Η κατάργηση του ενός συνοδεύεται από την κατάργηση του άλλου· συμβαίνει το ίδιο όπως και με την κατάργηση της εργοδοσίας και της μισθωτής εργασίας.


5. Histoire de Commune 1871, ed. Maspero.


6. M. Dommanget, La Commune et la Communars, ed. Spartacus.


7. Στο ίδιο.

8. Όταν οι Πάρθοι λεηλατούσαν την ελληνιστική Αντιόχεια, την πιο εξευγενισμένη πόλη της Ανατολής, όλος ο λαός ήταν στο θέατρο και παρακολουθούσε την παράσταση »Οι Πέρσες». Οι Πάρθοι μπήκαν στην ανυπεράσπιστη πόλη και περικύκλωσαν το ημικυκλικό θέατρο. Ο μόνος, που τους είδε, ήταν ο ηθοποιός, ο οποίος βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στη σκηνή και κραύγαζε «οι Πέρσες», με τόση πειστικότητα, ώστε το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Μετά από λίγο στο θέατρο δεν είχαν απομείνει, παρά εκατό χιλιάδες πτώματα. Το Παρίσι του 1871 γνώρισε ταυτόχρονα την «αρετή» της Ρώμης και τη λαμπρότητα της Ανατολής.

9. Σαν τόποι περιπάτου, «παρεκτροπής» και όχι σαν μουσεία.»

Υβόν Μπουρντέ – Αλαίν Γκιγιέρμ : »Αγώνες για την αυτοδιαχείριση» εκδόσεις ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ.

Πρέπει να ειπωθεί ότι ο Ένγκελς δεν έχει δίκιο στους ισχυρισμούς του γύρω από την σύνθεση της Κομμούνας. Η πλειοψηφία δεν απετελείτο μόνο από μπλανκιστές. Απετελείτο από αριστερούς δημοκράτες και ιακωβίνους. Ο κομμουνάρος Λονγκέ – γαμπρός του Μαρξ – αναφέρει ότι οι καθαροί μπλανκιστές στην πλειοψηφία της Κομμούνας ήσαν 3, ενώ η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε ούτε έναν. Η μειοψηφία απετελείτο κυρίως από προυντονικούς, αλλά όχι μόνον.


Η Κομμούνα ήταν γιορτή και το πρώτο εγχείρημα του προλεταριάτου να καταλάβει την εξουσία και ως τέτοιο ήταν άμεσα δημοκρατική και κοινωνικά απελευθερωτική, με θεσμούς αυτοδιαχειριστικούς και όπου χρειαζόταν αντιπροσωπευτικούς, με την ρήτρα της ανακλητότητας και φυσικά πλουραλιστική και πολυφωνική.


Αυτά, πάντα σε σχέση με τα όσα ακολούθησαν διαχρονικά, ως απότοκα κυρίως του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού και του μπολσεβικικού »νεομπλανκισμού».


Ας θυμηθούμε όσα καταμαρτυρούσε στους μπλανκιστές ο Φρήντριχ Ένγκελς:

«Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους μα ακόμα και με μια δραστήρια και ανελέητη δράση να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση, και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειάζονταν πριν άπ’ όλα αυστηρότατη διχτατορική συγκέντρωση, όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης»

και ας αναλογιστούμε τους μπολσεβίκους και όσα αυτοί έπραξαν μεταγενέστερα και φυσικά, ας χαμογελάσουμε πικρά, αφού οι μπλανκιστές δεν κατέστειλαν τους επαναστατικούς τους συντρόφους στην Κομμούνα, ενώ οι μπολσεβίκοι μαθητές του Ένγκελς και του Μαρξ προέβησαν σε άγρια και πλήρη εξόντωση των επαναστατικών τους συντρόφων μετά το 1917 στην Ρωσία….


ΠΗΓΗ tassos anastassopoulos

Advertisements

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: